μαργράβος
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
μαργράβος
Where it comes from
μαργράβος < (άμεσο δάνειο) γερμανική Markgraf (Mark + Graf) ελληνοποιημένη μορφή, μάλλον μέσω της γαλλικής margrave· κυριολεκτικά: ο κόμης των συνόρων • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
noun μαργράβος · μαργράβοι · μαργράβου · μαργράβων · μαργράβο · μαργράβους
- γερμανικός τίτλος ευγενείας για άρχοντες-φύλακες παραμεθόριων επαρχιών της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας του Γερμανικού Έθνους, ισοδύναμος του γαλλικού τίτλου του μαρκησίου και με ανάλογη θέση με τους ακρίτες του Βυζαντίου
In English
- margrave military officer in charge of German border area
Talk about this word "μαργράβος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CF%81%CE%B3%CF%81%CE%AC%CE%B2%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. μαργράβος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CF%81%CE%B3%CF%81%CE%AC%CE%B2%CE%BF%CF%82 "μαργράβος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CF%81%CE%B3%CF%81%CE%AC%CE%B2%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {μαργράβος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CF%81%CE%B3%CF%81%CE%AC%CE%B2%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}