μαρκήσιος
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
μαρκήσιος¹
- maɾˈci.si.os
Where it comes from
μαρκήσιος < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική μαρκήσιος (→ δείτε τη λέξη μαρκέσιος) < μεσαιωνική λατινική marchensis < γοτθική marka (σύνορο)
noun μαρκήσιος · μαρκήσιοι · μαρκησίου · μαρκήσιου · μαρκησίων · μαρκήσιο
- φεουδάρχης ευγενής με τίτλο ευγενείας ανώτερο από του κόμη και κατώτερο από του δούκα
-
κόμης συνοριακών περιοχών μιας αυτοκρατορίας
Similar: μαργράβος
Μαρκήσιος²
Where it comes from
Μαρκήσιος < → λείπει η ετυμολογία
proper noun Μαρκήσιος · Markisios
- ανδρικό επώνυμο
In English
- marquess title of nobility
Talk about this word "μαρκήσιος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CF%81%CE%BA%CE%AE%CF%83%CE%B9%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. μαρκήσιος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CF%81%CE%BA%CE%AE%CF%83%CE%B9%CE%BF%CF%82 "μαρκήσιος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CF%81%CE%BA%CE%AE%CF%83%CE%B9%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {μαρκήσιος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CF%81%CE%BA%CE%AE%CF%83%CE%B9%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}