μαόνι

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

μαόνι

  • maˈo.ni

Where it comes from

μαόνι < γαλλικό mahogani < ίσως από το "'m'oganwo" (λέξη αφρικανική για δέντρα της Σενεγάλης παρεμφερούς χρώματος με του μαονιού και η οποία πιθανόν ως λέξη "βάφτισε" το αμερικανικό μαόνι όταν οι αφρικανοί δούλοι μεταφέρθηκαν στη Τζαμάικα)

noun μαόνι · μαόνια · μαονιού · μαονιών

  1. το ερυθρωπό, ιδιαίτερα ανθεκτικό ξύλο των δέντρων του είδους Swietenia (3 είδη) της οικογένειας των Μελιίδων που το χρώμα του βαθαίνει σε καστανοκόκκινο με το πέρασμα του χρόνου -αυθεντικού μαονιού θεωρουμένου εκείνου της πλατύφυλλης μελιίδας της Ονδούρας (λέγεται και "μαόνι Ονδούρας"), όμως υπάρχει και ο όρος γενικά "αμερικανικό μαόνι"
  2. ξύλο που μοιάζει με το πρώτο μαόνι που κυκλοφόρησε στην ευρωπαϊκή και αμερικανική αγορά, όμως προέρχεται από άλλα δέντρα, π.χ. "αφρικανικό μαόνι" (από μελιίδα, όμως άλλου ειδους, την Khaya), μαόνι Κούβας, μαόνι από κεδρέλη, μελία και από άλλα δέντρα που μερικά από αυτά δεν ανήκουν στην οικογένεια των Μελιίδων.

Similar: σουιετενία, ανακάρδιον, ἀκάϊον, ακαγιού, ακαζού, καθαρεύουσα, acajou, μαγαγκόνι

Thesaurus

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"μαόνι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CF%8C%CE%BD%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

μαόνι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CF%8C%CE%BD%CE%B9

Chicago

"μαόνι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CF%8C%CE%BD%CE%B9.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {μαόνι},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CF%8C%CE%BD%CE%B9},
  urldate = {2026-11-07}
}