με

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

με¹

  • me

Where it comes from

με < μετά με αποβολή της δεύτερης συλλαβής, όταν ακολουθούσε άρθρο.

preposition με

  1. συνοδεία, συντροφιά, παρέα Διαβάζω με τη Μαρία.
  2. συνύπαρξη Θέλει να ζήσει με τη Μαρία.
  3. τρόπο Αντιμετωπίζουμε τις δυσκολίες με ψυχραιμία.
  4. μέσο ή όργανο Θα ταξιδέψουμε με πλοίο.
  5. σχέση ή αναφορά Έχει εμμονή με την καθαριότητα.
  6. ισότητα, ομοιότητα, συμφωνία, φιλική ή εχθρική επικοινωνία Είναι το ίδιο ψηλός με το Γιώργο.
  7. καιρικές συνθήκες Θα μειωθεί η παραγωγή με τόση ζέστη.
  8. ψυχική κατάσταση γέλασε με την καρδιά της
  9. ιδιοκτησία, κυριότητα, κατοχή οικογένεια με δύο αυτοκίνητα
  10. χαρακτηριστικό, ιδιότητα, περιεχόμενο ψηλή με εκφραστικό βλέμμα
  11. χρόνο ή χρονικό όριο Γύρισε στο σπίτι με το βραδάκι.
  12. ποσό, αντάλλαγμα πληρώνομε με ευρώ
  13. αντίθεση, εναντίωση (ισοδυναμεί με το παρά) με τόσες δυσκολίες είναι αξιοπρεπής

pronoun με

  1. accusative, singular αιτιατική ενικού του εγώ
  2. idiomatic, ιδιωματικό αντί του μου Τι θες να με πεις;

Με²

Where it comes from

Με < → λείπει η ετυμολογία

proper noun Με

  1. ανδρικό όνομα

In English

  • to used after certain adjectives to indicate a relationship
  • me direct object of a verb
  • against in front of; before a background
  • with in the company of

Talk about this word

Cite this
MLA

"με." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

με. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5

Chicago

"με." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {με},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5},
  urldate = {2026-11-06}
}