με
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
με¹
- me
Where it comes from
με < μετά με αποβολή της δεύτερης συλλαβής, όταν ακολουθούσε άρθρο.
preposition με
- συνοδεία, συντροφιά, παρέα Διαβάζω με τη Μαρία.
- συνύπαρξη Θέλει να ζήσει με τη Μαρία.
- τρόπο Αντιμετωπίζουμε τις δυσκολίες με ψυχραιμία.
- μέσο ή όργανο Θα ταξιδέψουμε με πλοίο.
- σχέση ή αναφορά Έχει εμμονή με την καθαριότητα.
- ισότητα, ομοιότητα, συμφωνία, φιλική ή εχθρική επικοινωνία Είναι το ίδιο ψηλός με το Γιώργο.
- καιρικές συνθήκες Θα μειωθεί η παραγωγή με τόση ζέστη.
- ψυχική κατάσταση γέλασε με την καρδιά της
- ιδιοκτησία, κυριότητα, κατοχή οικογένεια με δύο αυτοκίνητα
- χαρακτηριστικό, ιδιότητα, περιεχόμενο ψηλή με εκφραστικό βλέμμα
- χρόνο ή χρονικό όριο Γύρισε στο σπίτι με το βραδάκι.
- ποσό, αντάλλαγμα πληρώνομε με ευρώ
- αντίθεση, εναντίωση (ισοδυναμεί με το παρά) με τόσες δυσκολίες είναι αξιοπρεπής
pronoun με
- αιτιατική ενικού του εγώ
- αντί του μου Τι θες να με πεις;
Με²
Where it comes from
Με < → λείπει η ετυμολογία
proper noun Με
- ανδρικό όνομα
In English
Talk about this word "με." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5. Accessed 6 Nov. 2026. με. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5 "με." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {με},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5},
urldate = {2026-11-06}
}