μεγεθυντικό

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

μεγεθυντικό

Where it comes from

μεγεθυντικό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο μεγεθυντικός

noun μεγεθυντικό · μεγεθυντικά · μεγεθυντικού · μεγεθυντικών

  1. λέξη που παράγεται από άλλη λέξη και μεγαλώνει (ή υπερβάλλει) τη λέξη από την οποία προέρχεται, κατάληξη -ας και -άς κεφάλας, δοντάς, κοιλαράς η κουτάλα και η τριχάρα είναι μεγεθυντικά των λέξεων κουτάλι και τρίχα'
  2. αρχαία ελληνική με συνήθεις καταλήξεις -ίας -ων, μέτωπον μετωπίας γαστήρ γάστρων χείλος χείλων

Similar: αυξητικό · Opposite: υποκοριστικό

adjective μεγεθυντικό · μεγεθυντικά · μεγεθυντικού · μεγεθυντικών

  1. accusative, singular αιτιατική ενικού του μεγεθυντικός
  2. accusative, neuter, nominative, singular, vocative ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του μεγεθυντικός

Thesaurus

noun

Similar: αυξητικό · Opposite: υποκοριστικό

Talk about this word

Cite this
MLA

"μεγεθυντικό." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CE%B3%CE%B5%CE%B8%CF%85%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

μεγεθυντικό. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CE%B3%CE%B5%CE%B8%CF%85%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C

Chicago

"μεγεθυντικό." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CE%B3%CE%B5%CE%B8%CF%85%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {μεγεθυντικό},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CE%B3%CE%B5%CE%B8%CF%85%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C},
  urldate = {2026-11-07}
}