μεγεθυντικό
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
μεγεθυντικό
Where it comes from
μεγεθυντικό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο μεγεθυντικός
noun μεγεθυντικό · μεγεθυντικά · μεγεθυντικού · μεγεθυντικών
- λέξη που παράγεται από άλλη λέξη και μεγαλώνει (ή υπερβάλλει) τη λέξη από την οποία προέρχεται, κατάληξη -ας και -άς κεφάλας, δοντάς, κοιλαράς η κουτάλα και η τριχάρα είναι μεγεθυντικά των λέξεων κουτάλι και τρίχα'
- αρχαία ελληνική με συνήθεις καταλήξεις -ίας -ων, μέτωπον μετωπίας γαστήρ γάστρων χείλος χείλων
Similar: αυξητικό · Opposite: υποκοριστικό
adjective μεγεθυντικό · μεγεθυντικά · μεγεθυντικού · μεγεθυντικών
- αιτιατική ενικού του μεγεθυντικός
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του μεγεθυντικός
Thesaurus
noun
Similar: αυξητικό · Opposite: υποκοριστικό
Talk about this word "μεγεθυντικό." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CE%B3%CE%B5%CE%B8%CF%85%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C. Accessed 7 Nov. 2026. μεγεθυντικό. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CE%B3%CE%B5%CE%B8%CF%85%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C "μεγεθυντικό." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CE%B3%CE%B5%CE%B8%CF%85%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {μεγεθυντικό},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CE%B3%CE%B5%CE%B8%CF%85%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C},
urldate = {2026-11-07}
}