υποκοριστικό

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

υποκοριστικό

Where it comes from

υποκοριστικό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου υποκοριστικός < ελληνιστική κοινή ὑποκοριστικός < αρχαία ελληνική ὑποκορίζομαι

noun υποκοριστικό · υποκοριστικά · υποκοριστικού · υποκοριστικών

  1. γραμματική παράγωγο ουσιαστικό που δηλώνει ό,τι και το πρωτότυπο αλλά σε μικρό μέγεθος, ποσότητα, ηλικία κ.λπ.· συχνά χρησιμοποιείται και ως χαϊδευτικό ή για να δηλώσει συμπάθεια, συμπόνια ή ειρωνεία ή για να προσδώσει έναν τόνο οικειότητας ※ Για παράδειγμα, το ουσιαστικό «παιδίον» δημιουργήθηκε από την αρχαιοελληνική λέξη «παῖς» αρχικά ως εκφραστικό υποκορισμού, αλλά στην εξέλιξη της γλώσσας η υποχώρηση της λέξης-βάσης είχε ως αποτέλεσμα το άλλοτε υποκοριστικό να εκφράσει εν τέλει την πρωτότυπη έννοια μεταφερόμενο στη νεοελληνική ως «

Opposite: μεγεθυντικό, αυξητικό

adjective υποκοριστικό · υποκοριστικά · υποκοριστικού · υποκοριστικών

  1. αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του υποκοριστικός
  2. ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του υποκοριστικός

Thesaurus

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"υποκοριστικό." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CE%BF%CE%BA%CE%BF%CF%81%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

υποκοριστικό. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CE%BF%CE%BA%CE%BF%CF%81%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C

Chicago

"υποκοριστικό." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CE%BF%CE%BA%CE%BF%CF%81%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {υποκοριστικό},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CE%BF%CE%BA%CE%BF%CF%81%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C},
  urldate = {2026-11-07}
}