μειονότητα

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

μειονότητα

  • mi.oˈno.ti.ta

Where it comes from

μειονότητα < (καθαρεύουσα) μειν(ότης) (μαρτυρείται από το 1889) + -ότητα (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική minorité) < μείον (μεῖον) + -ότης

noun μειονότητα · μειονότητες · μειονότητας · μειονοτήτων

  1. τμήμα του πληθυσμού ενός τόπου ή χώρας, συνήθως μικρό, που διαφέρει ως προς την καταγωγή ή τη θρησκεία ή τη γλώσσα από το μεγαλύτερο αριθμητικά τμήμα αυτού του πληθυσμού

    Opposite: πλειονότητα

  2. rare, σπάνιο μειοψηφία

    Opposite: πλειοψηφία

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"μειονότητα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CE%B9%CE%BF%CE%BD%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

μειονότητα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CE%B9%CE%BF%CE%BD%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1

Chicago

"μειονότητα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CE%B9%CE%BF%CE%BD%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {μειονότητα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CE%B9%CE%BF%CE%BD%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}