μελαγχολία

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

μελαγχολία

  • me.laŋ.xoˈli.a

Where it comes from

μελαγχολία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική μελαγχολία

noun μελαγχολία · μελαγχολίες · μελαγχολίας · μελαγχολιών

  1. ψυχολογία, ψυχιατρική η κατάσταση αυτού που μελαγχολεί, που θλίβεται και απαισιοδοξεί ※ Μέσα στο κλίμα της ρομαντικής μελαγχολίας, ο ήρωας, ο βυρωνικός, ο στοχαστής, ο ποιητής δεν είχε άλλο τρόπο να αποδείξει το υπαρξιακό βάθος και την αγωνία του, την αισθητική και την ευαισθησία του, παρά μόνο με την «αριστοκρατική» μελαγχολία, την απόσταση από τα εγκόσμια, τη ρομαντική ανία (Μίμης

Similar: ακεφιά

Thesaurus

noun

Similar: ακεφιά

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"μελαγχολία." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CE%BB%CE%B1%CE%B3%CF%87%CE%BF%CE%BB%CE%AF%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

μελαγχολία. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CE%BB%CE%B1%CE%B3%CF%87%CE%BF%CE%BB%CE%AF%CE%B1

Chicago

"μελαγχολία." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CE%BB%CE%B1%CE%B3%CF%87%CE%BF%CE%BB%CE%AF%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {μελαγχολία},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CE%BB%CE%B1%CE%B3%CF%87%CE%BF%CE%BB%CE%AF%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}