μεράκι
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
μεράκι
- meˈɾa.ci
Where it comes from
μεράκι < (άμεσο δάνειο) οθωμανική τουρκική مراق (τουρκική merak) + -ι < αραβική مراق (maraq, ευγένεια, χάρη)
noun μεράκι · μεράκια · μερακιού · μερακιών
- η σφοδρή επιθυμία ή καημός ※ 19ος αιώνας, Γεώργιος Βιζυηνός, Τὸ μόνον τῆς ζωῆς του ταξείδιον (1884)
- η ενασχόληση με επιμέλεια και γούστο, ζήλος ※ Από την υπομονετική, προσεχτική και με μεράκι κατασκευή του που ακολουθεί πάντα την ίδια σειρά (σκάφος-χέρι-καπάκι) εξαρτάται ουσιαστικά η στερεότητα, η καλή λειτουργία και απόδοση του οργάνου αναφέρει για το λαούτο ο Φ. Ανωγειανάκης (1991).
- το ευχάριστο συναίσθημα που προκύπτει από διασκέδαση
Talk about this word "μεράκι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CF%81%CE%AC%CE%BA%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026. μεράκι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CF%81%CE%AC%CE%BA%CE%B9 "μεράκι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CF%81%CE%AC%CE%BA%CE%B9.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {μεράκι},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CF%81%CE%AC%CE%BA%CE%B9},
urldate = {2026-11-07}
}