μετάπτωση
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
μετάπτωση
- meˈta.pto.si
Where it comes from
μετάπτωση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική μετάπτω(σις) + -ση < μετά- + πτῶσις (ο όρος της γραμματικής, ελληνιστικός)
noun μετάπτωση · μεταπτώσεις · μετάπτωσης · μεταπτώσεων
- αιφνίδια μεταβολή κατάστασης, θέσης ή ιδιότητας Ο καιρός έχει μεταπτώσεις: πότε κρύο, πότε ζέστη.
- η μεταβολή (κατά την παραγωγή ή σύνθεση), μιας λέξης ή ειδικότερα ενός φωνήεντος ή μιας διφθόγγου σε μια ρίζα, ή θέμα ή και πρόσφυμα, είτε ποσοτική (βραχύ ↔ μακρό), είτε ποιοτική (βραχύ ↔ βραχύ) ποιοτική μετάπτωση: π.χ. λέγω - λόγος
- η κίνηση που κάνει ο άξονας περιστροφής ενός αντικειμένου το οποίο περιστρέφεται
- μεταπτώσεις σε ένα κβαντικό σύστημα
- χαρακτηρισμός ομάδας μεταλλικών χημικών στοιχείων στοιχεία μετάπτωσης
- η μετάπτωση του άξονα ενός ουράνιου σώματος προέρχεται από τη βαρύτητα και είναι η αργή και συνεχής αλλαγή κατεύθυνσης του άξονά περιστροφής του μεταπτώσεις ισημεριών
- χαρακτηρισμός ρηγμάτων στο στερεό φλοιό της γης
In English
- ablaut substitution of one root vowel for another
- precession physics term
Talk about this word "μετάπτωση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CF%84%CE%AC%CF%80%CF%84%CF%89%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026. μετάπτωση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CF%84%CE%AC%CF%80%CF%84%CF%89%CF%83%CE%B7 "μετάπτωση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CF%84%CE%AC%CF%80%CF%84%CF%89%CF%83%CE%B7.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {μετάπτωση},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CF%84%CE%AC%CF%80%CF%84%CF%89%CF%83%CE%B7},
urldate = {2026-11-07}
}