μετανάστης
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
μετανάστης¹
- me.taˈna.stis
Where it comes from
μετανάστης < αρχαία ελληνική μετανάστης < μετά + ναίω ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική émigrant / émigrant / immigré)
noun μετανάστης · μετανάστες · μετανάστη · μεταναστών
- αυτός που μεταναστεύει, που αλλάζει τόπο διαμονής, συνήθως για να βρει δουλειά ※ Ενα σχολείο με Ρομά, με μετανάστες, με ευάλωτους πληθυσμούς παραδίδει μαθήματα ένταξης, συμπερίληψης και δημοκρατίας.... Και το σχολείο που για άλλους ήταν αιτία να ζητήσουν μετάταξη, για εκείνον είναι ένα κήπος συνύπαρξης παιδιών και διαρκούς μαθήματος ανεκτικότητας, συμπερίληψης και διαπολιτισμο
Similar: εμιγκρές, αποδημητής, απόδημος, ξενιτεμένος, μέτοικος
Μετανάστης²
Where it comes from
Μετανάστης < → λείπει η ετυμολογία
proper noun Μετανάστης
- ανδρικό όνομα
Thesaurus
noun
Similar: εμιγκρές, αποδημητής, απόδημος, ξενιτεμένος, μέτοικος
In English
Talk about this word "μετανάστης." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CF%84%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%B7%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. μετανάστης. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CF%84%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%B7%CF%82 "μετανάστης." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CF%84%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%B7%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {μετανάστης},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CF%84%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%B7%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}