μετοχή
Ελληνικά
AI Einfach erklärt
Eine kurze Erklärung wird geschrieben…
Von einer Haus-KI aus dem Eintrag unten in deiner Sprache geschrieben. Die Quelle ist der Eintrag selbst.
μετοχή
- me.toˈçi
Woher es kommt
μετοχή < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική μετοχή (συμμετοχή) < μετέχω < μετά + ἔχω
:* για την γραμματική: η σημασία από την ελληνιστική περίοδο
:* για τα οικονομικά: σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική share
Substantiv μετοχή · μετοχές · μετοχής · μετοχών
- κλιτή λέξη που διαθέτει τις ιδιότητες του επιθέτου και του ρήματος, ένα είδος ρηματικού επιθέτου Η μετοχή λέγεται έτσι γιατί οι ιδιότητές της μετέχουν και στα δυο αυτά μέρη του λόγου.
- πέφτουν οι μετοχές μου: χάνω κύρος
- ανεβαίνουν οι μετοχές μου: κερδίζω κύρος
- η πράξη του να λαμβάνει μέρος κάποιος σε κάτι, η συμμετοχή ※ Ὁ πολιτικός γάμος μπορεῖ νὰ τίθεται ὡς ἀναγκαστικὴ προϋπόθεση —κοινωνικὴ ἢ ἠθική— σὲ κάθε συζυγικὴ συμβίωση, ὄχι ὅμως καὶ τὸ μυστήριο τοῦ Γάμου. Τό μυστήριο προσφέρεται ἀπό τήν Ἐκκλησία μόνο σέ ὅσους θέλουν νά ζήσουν τή μεταμόρφωση τῆς φυσικῆς ἐρωτικῆς σχέσης σέ σταυρική ἄσκηση ἐλευθερίας καί ἀγαπ
Auf Englisch
- stock finance: capital raised by a company
- participle verb form
- share financial instrument
Über dieses Wort sprechen "μετοχή." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CF%84%CE%BF%CF%87%CE%AE. Accessed 7 Nov. 2026. μετοχή. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CF%84%CE%BF%CF%87%CE%AE "μετοχή." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CF%84%CE%BF%CF%87%CE%AE.Zitieren
@misc{micwyn_2026,
title = {μετοχή},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CF%84%CE%BF%CF%87%CE%AE},
urldate = {2026-11-07}
}