μετριόφρων
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
μετριόφρων
- me.tɾiˈo.fɾon
Where it comes from
μετριόφρων < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή μετριόφρων (< αρχαία ελληνική φρήν)
adjective μετριόφρων · μετριόφρονας · μετριόφρον · μετριόφρονος · μετριόφρονα
- που δεν έχει μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του και δεν του αρέσει να προβάλλεται ή να υπερτονίζει το έργο του και τις αρετές του ※ Η υπερηφάνεια και η αλαζονεία τους είναι απύθμενες και φαίνεται ότι τους γεμίζει ευχαρίστηση να κοροϊδεύουν και να χλευάζουν το ήπιο ήθος και τους μετριόφρονες χαρακτήρες μας, καθώς και τα ισορροπημένα μας φρονήματα. Εμείς όμως τη στάση τους αυτή, την υπερφίαλη και γεμάτη κομπορρημοσύνη, την περιφ
In English
- modest not bragging or boasting about oneself or one's achievements
Talk about this word "μετριόφρων." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CF%84%CF%81%CE%B9%CF%8C%CF%86%CF%81%CF%89%CE%BD. Accessed 7 Nov. 2026. μετριόφρων. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CF%84%CF%81%CE%B9%CF%8C%CF%86%CF%81%CF%89%CE%BD "μετριόφρων." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CF%84%CF%81%CE%B9%CF%8C%CF%86%CF%81%CF%89%CE%BD.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {μετριόφρων},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CF%84%CF%81%CE%B9%CF%8C%CF%86%CF%81%CF%89%CE%BD},
urldate = {2026-11-07}
}