ταπεινός
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ταπεινός¹
- ta.piˈnos
Where it comes from
ταπεινός < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ταπεινός
adjective ταπεινός · ταπεινή · ταπεινό · ταπεινού · ταπεινής
- που έχει επίγνωση των δυνατοτήτων του, που δεν έχει μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του
- που έχει σεμνούς τρόπους
- που είναι ασήμαντος ή χαρακτηρίζεται από μετριότητα ※ Εκτός όμως από το φτωχός-πλούσιος υπάρχουν και άλλοι χαρακτηρισμοί. Θα σου πω μερικούς: μορφωμένος-αμόρφωτος, άνθρωπος της πόλης-χωριάτης, μοντέρνος-κλασικός ή και ντεμοντέ ακόμα, περήφανος-ταπεινός, κοινωνικός-ντροπαλός, κοσμικός-κλεισμένος στο σπίτι και πολλά άλλα. (Μαίρη Κόντζογλου, Το μέλι το
Similar: μετριόφρων, σεμνός, ταπεινόφρων · Opposite: αλαζόνας, καυχηματίας, κομπαστής, ξιπασμένος, περήφανος, υπερόπτης, φαντασμένος, ψηλομύτης, υπερφίαλος, εγωιστικός, επαρμένος
Ταπεινός²
Where it comes from
Ταπεινός < ταπεινός
proper noun Ταπεινός · Ταπεινοί · Ταπεινού · Ταπεινών · Ταπεινό · Ταπεινούς
- ανδρικό επώνυμο
Thesaurus
adjective
Similar: μετριόφρων, σεμνός, ταπεινόφρων · Opposite: αλαζόνας, καυχηματίας, κομπαστής, ξιπασμένος, περήφανος, υπερόπτης, φαντασμένος, ψηλομύτης, υπερφίαλος, εγωιστικός, επαρμένος
In English
Talk about this word "ταπεινός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B1%CF%80%CE%B5%CE%B9%CE%BD%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. ταπεινός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B1%CF%80%CE%B5%CE%B9%CE%BD%CF%8C%CF%82 "ταπεινός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B1%CF%80%CE%B5%CE%B9%CE%BD%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ταπεινός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B1%CF%80%CE%B5%CE%B9%CE%BD%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}