ταπεινός

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ταπεινός¹

  • ta.piˈnos

Where it comes from

ταπεινός < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ταπεινός

adjective ταπεινός · ταπεινή · ταπεινό · ταπεινού · ταπεινής

  1. που έχει επίγνωση των δυνατοτήτων του, που δεν έχει μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του
  2. που έχει σεμνούς τρόπους
  3. που είναι ασήμαντος ή χαρακτηρίζεται από μετριότητα ※ Εκτός όμως από το φτωχός-πλούσιος υπάρχουν και άλλοι χαρακτηρισμοί. Θα σου πω μερικούς: μορφωμένος-αμόρφωτος, άνθρωπος της πόλης-χωριάτης, μοντέρνος-κλασικός ή και ντεμοντέ ακόμα, περήφανος-ταπεινός, κοινωνικός-ντροπαλός, κοσμικός-κλεισμένος στο σπίτι και πολλά άλλα. (Μαίρη Κόντζογλου, Το μέλι το

Similar: μετριόφρων, σεμνός, ταπεινόφρων · Opposite: αλαζόνας, καυχηματίας, κομπαστής, ξιπασμένος, περήφανος, υπερόπτης, φαντασμένος, ψηλομύτης, υπερφίαλος, εγωιστικός, επαρμένος

Ταπεινός²

Where it comes from

Ταπεινός < ταπεινός

proper noun Ταπεινός · Ταπεινοί · Ταπεινού · Ταπεινών · Ταπεινό · Ταπεινούς

  1. ανδρικό επώνυμο

Thesaurus

In English

  • base low
  • modest not bragging or boasting about oneself or one's achievements
  • meek humble, modest, or self-effacing

Talk about this word

Cite this
MLA

"ταπεινός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B1%CF%80%CE%B5%CE%B9%CE%BD%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ταπεινός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B1%CF%80%CE%B5%CE%B9%CE%BD%CF%8C%CF%82

Chicago

"ταπεινός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B1%CF%80%CE%B5%CE%B9%CE%BD%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ταπεινός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B1%CF%80%CE%B5%CE%B9%CE%BD%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}