μητρώο

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

μητρώο

  • miˈtɾo.o

Where it comes from

μητρώο < αρχαία ελληνική Μητρῷον (ονομασία ναού της Δήμητρας ή της Κυβέλης στην αρχαία Αθήνα, όπου φυλάσσονταν τα κρατικά αρχεία), ουδέτερο του μητρῷος (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική matricule) < → και δείτε τη λέξη μήτηρ < πρωτοελληνική *mā́tēr πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *méh₂tēr (μητέρα)

noun μητρώο · μητρώα · μητρώου · μητρώων

  1. το επίσημο βιβλίο στο οποίο αναγράφονται ονόματα προσώπων καθώς και στοιχεία σχετικά μ’ αυτά ποινικό μητρώο, φορολογικό μητρώο, στρατολογικό μητρώο
  2. πληροφορική το αρχείο που είναι μία βάση δεδομένων όπου διατηρούνται όλες οι ρυθμίσεις του λειτουργικού συστήματος των Microsoft Windows και των εφαρμογών που εγκαθίστανται

adjective μητρώο · μητρώα · μητρώου · μητρώων

  1. αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του μητρώος
  2. ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του μητρώος

In English

  • matrix 9. math: rectangular arrangement of numbers or terms
  • register formal recording

Talk about this word

Cite this
MLA

"μητρώο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B7%CF%84%CF%81%CF%8E%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

μητρώο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B7%CF%84%CF%81%CF%8E%CE%BF

Chicago

"μητρώο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B7%CF%84%CF%81%CF%8E%CE%BF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {μητρώο},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B7%CF%84%CF%81%CF%8E%CE%BF},
  urldate = {2026-11-07}
}