μηχανή
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
μηχανή
- mi.xaˈni
Where it comes from
μηχανή < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική μηχανή
noun μηχανή · μηχανές · μηχανής · μηχανών
-
κατασκευή με κινητά μέρη που επιτελεί μια συγκεκριμένη εργασία, αυξάνοντας ή αντικαθιστώντας τη μυική δύναμη του ανθρώπου ή των ζώων. Συνήθως, μετατρέπει μια μορφή ενέργειας (π.χ. ηλιακή) σε μια άλλη πιο αποδοτική για ένα έργο (π.χ. κινητική)
Similar: μηχάνημα
- ο κινητήρας ενός οχήματος
- το πρώτο όχημα όπου βρίσκεται ο μηχανισμός και που έλκει μια αμαξοστοιχία "δηζελάμαξα" με κινητήρες πετρελαίου = ντίζελ ή "ηλεκτράμαξα" με ηλεκτροκινητήρες έλξης
- συνώνυμο του μοτοσικλέτα
- οι υπηρεσίες, τα μέσα και οι ομάδες άνθρωπων που λειτουργούν συνολικά και συντονισμένα κρατική μηχανή
- κάθε μηχανικό μέσο που χρησιμοποιύνταν στο αρχαίο θέατρο, προκειμένου να είναι πιο ρεαλιστική η παράσταση
- το πονηρό σχέδιο που καταστρώνεται με σκοπό την εξαπάτηση κάποιου
In English
- machine mechanical or electrical device
- engine mechanical device
- bike motorcycle
- motorcycle open-seated motor vehicle with handlebars instead of a steering wheel
- motor machine that converts other energy forms into mechanical energy
- locomotive self-propelled vehicle that runs on rails
Talk about this word "μηχανή." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B7%CF%87%CE%B1%CE%BD%CE%AE. Accessed 7 Nov. 2026. μηχανή. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B7%CF%87%CE%B1%CE%BD%CE%AE "μηχανή." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B7%CF%87%CE%B1%CE%BD%CE%AE.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {μηχανή},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B7%CF%87%CE%B1%CE%BD%CE%AE},
urldate = {2026-11-07}
}