μοδίστρα
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
μοδίστρα
- moˈði.stɾa
Where it comes from
μοδίστρα < είτε οπτικό δάνειο από τη γαλλική modiste, είτε άμεσο δάνειο από τη γαλλική, με υπερδιόρθωση του φθόγγου [d] > [ð] και ανάπτυξη του [ɾ] κατά τα θηλυκά σε -τρα
noun μοδίστρα · μοδίστρες · μοδίστρας · μοδιστρών
-
η επαγγελματίας που κατασκευάζει γυναικεία ενδύματα
※ Ἄλλο ἂν εἶμαι ἀκαμάτης ἐγώ, ἂς ποῦμε, ἢ ὁ Παῦλος... ὁ γιός μου δουλεύει, τὸ κορίτσι πάει στὴν μοδίστρα. Καὶ μ᾽ ὅλα αὐτά, δὲν μποροῦμε ἀκόμα νὰ βγάλουμε τὰ νοίκια τῆς κυρα-Στρατίνας. Δουλεύουμε γιὰ τὴ σπιτονοικοκυρά, δουλεύουμε γιὰ τὸν μπακάλη, γιὰ τὸ μανάβη, γιὰ τὸν τσαγκάρη, γιὰ τὸν ἔμπορο. Ἡ κόρ
Similar: ράφτρα
- ειρωνική ονομασία για τους στρατεύσιμους που υπηρετούν εύκολη θητεία, όπως γενικά θεωρούνται στην Ελλάδα από τους φαντάρους του στρατού ξηράς οι σμηνίτες της ελληνικής Πολεμικής Αεροπορίας (ΠΑ), ή, στον Ελληνικό Στρατό (ΕΣ), οι στρατιώτες που υπηρετούν στις Διαβιβάσεις (ΔΒ) (διαβιβαστές) ή στο Σώμα Υλικού Πολέμου (ΣΥΠ) (υλικοπόλεμοι) ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))
In English
- tailoress female tailor
Talk about this word "μοδίστρα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%BF%CE%B4%CE%AF%CF%83%CF%84%CF%81%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. μοδίστρα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%BF%CE%B4%CE%AF%CF%83%CF%84%CF%81%CE%B1 "μοδίστρα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%BF%CE%B4%CE%AF%CF%83%CF%84%CF%81%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {μοδίστρα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%BF%CE%B4%CE%AF%CF%83%CF%84%CF%81%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}