μονή

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

μονή¹

Where it comes from

μονή < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική μένω

noun μονή · μονές · μονής · μονών

  1. ένας σε αριθμό (θηλυκό του μονός) Αυξήσεις στη μονή και διπλή ταρίφα ζητούν τα ταξί
  2. μοναστήρι ※ Όταν η μονή μετατράπηκε σε κοινόβιο, οι τρεις μεγάλες κοσμούσαν τις δεσποτικές εικόνες του τέμπλου και οι τέσσερις μικρότερες τα προσκυνητάρια. Οι ποδέες χρησιμοποιούνταν τρεις φορές ετησίως, κατά την εορτή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, της Αγίας Ζώνης και το Πάσχα (Νικόλαος Μερτιμέκης, «.Ποδίαις

adjective μονή · μονές · μονής · μονών

  1. accusative, feminine, nominative, singular, vocative ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μονός

Μονή²

Where it comes from

Μονή < μονή

proper noun Μονή

  1. τίτλος ονομασίας μονής, μοναστηριού η Μονή Πετράκη
  2. ημιορεινό χωριό στη περιοχή Ηρακλείου Κρήτης
  3. ορεινό χωριό στη βόρεια Νάξο
  4. ημιορεινό χωριό νότια των Χανίων

proper noun Μονή · Μονής · Moni

  1. γυναικείο επώνυμο

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"μονή." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%BF%CE%BD%CE%AE. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

μονή. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%BF%CE%BD%CE%AE

Chicago

"μονή." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%BF%CE%BD%CE%AE.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {μονή},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%BF%CE%BD%CE%AE},
  urldate = {2026-11-06}
}