μονός

Ελληνικά · Синонимы и антонимы

AI Простыми словами

Пишу короткое объяснение…

Написано ИИ сайта по статье ниже, на вашем языке. Источник — сама статья.

μονός¹

Откуда оно

μονός < αρχαία ελληνική μόνος (μεταφορά του τονισμού κατά τα απλός, διπλός κλπ)

прилагательное μονός · μονή · μονό · μονού · μονής

  1. που αποτελείται από ένα μόνο στοιχείο ή μέλος ή κομμάτι

    Похожие: απλός

  2. για ακέραιους αριθμούς περιττός, που δεν διαιρείται με το δύο

    Противоположное: ζυγός

  3. figuratively, συνεκδοχικά αυτοκίνητο που ο αριθμός κυκλοφορίας του είναι μονός, που λήγει σε μονό ψηφίο
  4. figuratively, συνεκδοχικά ο οδηγός ή ο ιδιοκτήτης αυτοκινήτου που έχει μονό αριθμό κυκλοφορίας
  5. Το θηλυκό ως ουσιαστικό, η μονή, το μοναστήρι βλέπε λέξη.

Μονός²

Откуда оно

Μονός < → λείπει η ετυμολογία

имя собственное Μονός · Μονοί · Μονού · Μονών · Μονό · Μονούς

  1. ανδρικό επώνυμο

По-английски

  • odd indivisible by two

Обсудить это слово

Цитировать
MLA

"μονός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%BF%CE%BD%CF%8C%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

μονός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%BF%CE%BD%CF%8C%CF%82

Chicago

"μονός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%BF%CE%BD%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {μονός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%BF%CE%BD%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-06}
}