μονός
Ελληνικά · Синонимы и антонимы
AI Простыми словами
Пишу короткое объяснение…
Написано ИИ сайта по статье ниже, на вашем языке. Источник — сама статья.
μονός¹
Откуда оно
μονός < αρχαία ελληνική μόνος (μεταφορά του τονισμού κατά τα απλός, διπλός κλπ)
прилагательное μονός · μονή · μονό · μονού · μονής
-
που αποτελείται από ένα μόνο στοιχείο ή μέλος ή κομμάτι
Похожие: απλός
-
περιττός, που δεν διαιρείται με το δύο
Противоположное: ζυγός
- αυτοκίνητο που ο αριθμός κυκλοφορίας του είναι μονός, που λήγει σε μονό ψηφίο
- ο οδηγός ή ο ιδιοκτήτης αυτοκινήτου που έχει μονό αριθμό κυκλοφορίας
- Το θηλυκό ως ουσιαστικό, η μονή, το μοναστήρι βλέπε λέξη.
Μονός²
Откуда оно
Μονός < → λείπει η ετυμολογία
имя собственное Μονός · Μονοί · Μονού · Μονών · Μονό · Μονούς
- ανδρικό επώνυμο
По-английски
- odd indivisible by two
Обсудить это слово "μονός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%BF%CE%BD%CF%8C%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026. μονός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%BF%CE%BD%CF%8C%CF%82 "μονός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%BF%CE%BD%CF%8C%CF%82.Цитировать
@misc{micwyn_2026,
title = {μονός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%BF%CE%BD%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-06}
}