μονοψώνιο
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
μονοψώνιο
- mo.noˈpso.ni.o
Where it comes from
μονοψώνιο < → λείπει η ετυμολογία
noun μονοψώνιο · μονοψώνια · μονοψωνίου · μονοψώνιου · μονοψωνίων
- μορφή της αγοράς στην οποία μόνο ένας αγοραστής ζητά από πολλούς πωλητές μια υπηρεσία ή ένα προϊόν και επομένως μπορεί να ασκήσει πίεση στις τιμές ή/και στις συνθήκες προσφοράς εκείνου του αγαθού ※ Προς το τέλος της οθωμανικής κυριαρχίας , ο τοπικός έμπορος ήταν για τους χωρικούς ο μοναδικός αγοραστής της παραγωγής τους, κατείχε ένα είδος «μονοψωνίου» (Γιώργος Δερτιλής, Ιστορία του Ελληνικού κράτους: 1830-1920, τόμος 1, 2009, σελ. 246)
In English
- monopsony market situation in which there is only buyer for a product
Talk about this word "μονοψώνιο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%BF%CE%BD%CE%BF%CF%88%CF%8E%CE%BD%CE%B9%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026. μονοψώνιο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%BF%CE%BD%CE%BF%CF%88%CF%8E%CE%BD%CE%B9%CE%BF "μονοψώνιο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%BF%CE%BD%CE%BF%CF%88%CF%8E%CE%BD%CE%B9%CE%BF.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {μονοψώνιο},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%BF%CE%BD%CE%BF%CF%88%CF%8E%CE%BD%CE%B9%CE%BF},
urldate = {2026-11-07}
}