απλός
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
απλός
Where it comes from
απλός < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἁπλός < αρχαία ελληνική ἁπλοῦς
adjective απλός · απλή · απλό · απλού · απλής
-
που δεν είναι πολύπλοκος· που δεν έχει διάφορα μέρη ή δεν μπορεί να αναλυθεί περισσότερο· που δεν είναι πολλαπλός
μια απλή κατασκευή
Similar: μονός · Opposite: σύνθετος, περίπλοκος, διπλός, τριπλός, κ.ο.κ.
- που δηλώνει τα βασικά, τα ουσιαστικά στοιχεία ή συστατικά· που είναι εύκολος στη χρήση ή στην κατανόηση δεν ασχολήθηκα ιδιαίτερα, γι' αυτό του έστειλα μόνο μια απλή υπενθύμιση της υπόθεσης
- που δεν έχει περιττά στοιχεία ή χαρακτηριστικά η διακόσμηση αυτού του σπιτιού με εντυπωσίασε, παρόλο που ήταν απλή
- ανεπιτήδευτος, που δρα και συμπεριφέρεται με αυθορμητισμό, ευθύτητα ή, ενδεχομένως, και με απλοϊκότητα
- που δεν έχει κάποια ιδιαίτερη διάκριση στο πλαίσιο μιας θέσης ή αξιώματος δεν ένας απλός λοχίας, διότι είχε επιτελική θέση στη μεραρχία
In English
- simple uncomplicated
- vanilla standard
- straightforward presenting few difficulties, easy
Talk about this word "απλός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BB%CF%8C%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026. απλός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BB%CF%8C%CF%82 "απλός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BB%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {απλός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BB%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-06}
}