απλός

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

απλός

Where it comes from

απλός < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἁπλός < αρχαία ελληνική ἁπλοῦς

adjective απλός · απλή · απλό · απλού · απλής

  1. που δεν είναι πολύπλοκος· που δεν έχει διάφορα μέρη ή δεν μπορεί να αναλυθεί περισσότερο· που δεν είναι πολλαπλός μια απλή κατασκευή

    Similar: μονός · Opposite: σύνθετος, περίπλοκος, διπλός, τριπλός, κ.ο.κ.

  2. που δηλώνει τα βασικά, τα ουσιαστικά στοιχεία ή συστατικά· που είναι εύκολος στη χρήση ή στην κατανόηση δεν ασχολήθηκα ιδιαίτερα, γι' αυτό του έστειλα μόνο μια απλή υπενθύμιση της υπόθεσης
  3. που δεν έχει περιττά στοιχεία ή χαρακτηριστικά η διακόσμηση αυτού του σπιτιού με εντυπωσίασε, παρόλο που ήταν απλή

    Similar: απέριττος, λιτός

  4. για πρόσωπα ανεπιτήδευτος, που δρα και συμπεριφέρεται με αυθορμητισμό, ευθύτητα ή, ενδεχομένως, και με απλοϊκότητα
  5. για πρόσωπα που δεν έχει κάποια ιδιαίτερη διάκριση στο πλαίσιο μιας θέσης ή αξιώματος δεν ένας απλός λοχίας, διότι είχε επιτελική θέση στη μεραρχία

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"απλός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BB%CF%8C%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

απλός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BB%CF%8C%CF%82

Chicago

"απλός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BB%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {απλός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BB%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-06}
}