Μίκουιν

μορφολογικός

Ελληνικά · Συνώνυμα και αντώνυμα

AI Με απλά λόγια

Γράφεται μια σύντομη εξήγηση…

Γραμμένο από μια ΤΝ του σπιτιού με βάση το λήμμα παρακάτω, στη γλώσσα σου. Πηγή είναι το ίδιο το λήμμα.

μορφολογικός

  • mor.fo.lo.ʝiˈkos

Από πού έρχεται

μορφολογικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: γερμανική morphologisch < Morphologie < αρχαία ελληνική μορφή + λέγω

επίθετο μορφολογικός · μορφολογική · μορφολογικό · μορφολογικού · μορφολογικής

  1. που έχει σχέση με τη μορφολογία ή αναφέρεται σ’ αυτή
  2. ουσιαστικοποιημένο, γραμματική μορφολογικό

    Παρόμοιες: τυπολογικό

Στα αγγλικά

  • formal relating to the form or structure of something

Συζήτησε αυτή τη λέξη

Παραπομπή
MLA

"μορφολογικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%BF%CF%81%CF%86%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

μορφολογικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%BF%CF%81%CF%86%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82

Chicago

"μορφολογικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%BF%CF%81%CF%86%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {μορφολογικός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%BF%CF%81%CF%86%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}