ミクウィン

μοσχάρι

Ελληνικά · 類義語・対義語

AI わかりやすく

短い説明を書いています…

下の項目をもとに、ハウスAIがあなたの言語で書きました。出典は項目そのものです。

μοσχάρι

  • moˈsxa.ɾi

由来

μοσχάρι < λόγια επίδραση στο μοσκάρι με [sk] > [sx] < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μοσκάρι < μεσαιωνική ελληνική μοσχάριον < ελληνιστική κοινή μοσχάριον, υποκοριστικό για την αρχαία ελληνική μόσχος + -άριον

名詞 μοσχάρι · μοσχάρια · μοσχαριού · μοσχαριών

  1. θηλαστικό ζώο το μικρό της αγελάδας
  2. τρόφιμο το κρέας αυτού του ζώου ως φαγητό, το μοσχαρίσιο κρέας Σήμερα θα φάμε μοσχάρι κοκκινιστό.
  3. figuratively, offensive, μεταφορικά, μειωτικό ο κουτός, ο εύπιστος
  4. figuratively, offensive, μεταφορικά, μειωτικό ο μη ενσυναίσθητος, ο άψυχος
  5. figuratively, offensive, μεταφορικά, μειωτικό αυτός που τρώει πολύ, συνήθως χωρίς τρόπους

類語: βιδέλο, ιδιωματικό

類義語・対義語

英語で

  • calf young cow or bull
  • veal flesh of a calf

この単語について話す

引用する
MLA

"μοσχάρι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%BF%CF%83%CF%87%CE%AC%CF%81%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

μοσχάρι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%BF%CF%83%CF%87%CE%AC%CF%81%CE%B9

Chicago

"μοσχάρι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%BF%CF%83%CF%87%CE%AC%CF%81%CE%B9.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {μοσχάρι},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%BF%CF%83%CF%87%CE%AC%CF%81%CE%B9},
  urldate = {2026-11-07}
}