μπαμπάτσικος
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
μπαμπάτσικος¹
Where it comes from
μπαμπάτσικος < οθωμανική τουρκική ? (τουρκική babaçko (παίδαρος)). Συγγενή: σλαβομακεδονική бабачко (babatsko)
adjective μπαμπάτσικος · μπαμπάτσικη · μπαμπάτσικο · μπαμπάτσικου · μπαμπάτσικης
- παιδί που έχει μεγαλύτερο σώμα από ότι θα ήταν αναμενόμενο για την ηλικία του ※ Aυτή η μαμά μπορεί να είναι μια σταλιά όμως γέννησε ένα μπαμπάτσικο μωρό 5 κιλών χωρίς να πάρει ούτε ένα παυσίπονο! (Μικροκαμωμένη μαμά γέννησε κορίτσαρο 5 κιλών χωρίς παυσίπονα! 11 Αυγούστου 2021, larissanet.gr https://www.larissanet.gr/2021/08/11/mikrokamomeni-mama-gennise-koritsaro-5-kilon-chor
- γεμάτος, μπόλικος, πληθωρικός ※ Και αυτή η μοιραία γυναίκα, η Μαριάνθη, ένα ευτραφές ραμολιμέντο με ξιγκάκια και μπαμπάτσικα στήθια που πάφλαζαν με το παραμικρό γελάκι, βρισκόταν τώρα ανάμεσα τους (Κώστας Εμμανουηλίδης, Ιπτάμενη πολυθρόνα, Εκδόσεις Καστανιώτη, 1999)
Similar: παχουλός
Μπαμπάτσικος²
Where it comes from
Μπαμπάτσικος < → λείπει η ετυμολογία
proper noun Μπαμπάτσικος · Μπαμπάτσικου · Bampatsikos
- ανδρικό επώνυμο
Thesaurus
adjective
Similar: παχουλός
Talk about this word "μπαμπάτσικος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CE%B1%CE%BC%CF%80%CE%AC%CF%84%CF%83%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. μπαμπάτσικος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CE%B1%CE%BC%CF%80%CE%AC%CF%84%CF%83%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CF%82 "μπαμπάτσικος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CE%B1%CE%BC%CF%80%CE%AC%CF%84%CF%83%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {μπαμπάτσικος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CE%B1%CE%BC%CF%80%CE%AC%CF%84%CF%83%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}