παχουλός

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

παχουλός¹

  • pa.xuˈlos

Where it comes from

παχουλός < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική παχυλός με τροπή [i] > [u]

: Κατ' άλλη άποψη (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική παχουλός < παχ(ύς) + -ουλός

adjective παχουλός · παχουλή · παχουλό · παχουλού · παχουλής

  1. κάπως παχύς, ελαφρώς ευτραφής ※ Η μία παχουλή, ροδομάγουλη, η άλλη απεναντίας εύθραυστη, λεπτοκόκαλη με πελώρια μάτια και μεγάλες γυριστές βλεφαρίδες (Ντίνος Οικονόμου, Η πλαγιά με τα νίφαστρα, εκδ. Καστανιώτη, 2006, σελ. 15)

Similar: αφρατούλης, λαϊκότροπο, γεματούλης, ευτραφής, στρουμπουλός, τροφαντός, χοντρούλης, χοντρουλός, ζουμπουρλούδικος, μπαμπάτσικος, προφορικό, μπουλούκος, τσουπωτός

Παχουλός²

Where it comes from

Παχουλός < → λείπει η ετυμολογία

proper noun Παχουλός · Παχουλοί · Παχουλού · Παχουλών · Παχουλό · Παχουλούς

  1. ανδρικό επώνυμο

Thesaurus

Talk about this word

Cite this
MLA

"παχουλός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%87%CE%BF%CF%85%CE%BB%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

παχουλός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%87%CE%BF%CF%85%CE%BB%CF%8C%CF%82

Chicago

"παχουλός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%87%CE%BF%CF%85%CE%BB%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {παχουλός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%87%CE%BF%CF%85%CE%BB%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}