μπαούλο

Ελληνικά · Synonymes et antonymes

AI En termes simples

Rédaction d'une courte explication…

Écrit par une IA maison à partir de l'entrée ci-dessous, dans votre langue. La source, c'est l'entrée elle-même.

μπαούλο

D'où il vient

μπαούλο < (άμεσο δάνειο) ιταλική baule < λατινική baiulo < baiulus (αχθοφόρος, μεταφορέας) < (αβέβαιη ετυμολογία)

nom μπαούλο · μπαούλα · μπαούλου · μπαούλων

  1. μεγάλο κουτί για τη φύλαξη ρούχων, που κλείνει με κάλυμμα στερεωμένο με μεντεσέδες ※ Όλη η οικοσκευή που είχε μεταφέρει από το Σικάγο ο μπρούκλης ήταν ένα μπαούλο γεμάτο ρούχα και ένα μεγάλο ραδιόφωνο με ξύλινο κουτί, πάνω στο οποίο υπήρχε σταμπαρισμένο το γνωστό σήμα με το σκυλί (Δημήτρης Πετσετίδης, Λυσσασμένες αλεπούδες: διηγήματα, 2007, σελ. 11)

Proches: σεντούκι, κασέλα

Synonymes et antonymes

En anglais

Parler de ce mot

Citer
MLA

"μπαούλο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CE%B1%CE%BF%CF%8D%CE%BB%CE%BF. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

μπαούλο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CE%B1%CE%BF%CF%8D%CE%BB%CE%BF

Chicago

"μπαούλο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CE%B1%CE%BF%CF%8D%CE%BB%CE%BF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {μπαούλο},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CE%B1%CE%BF%CF%8D%CE%BB%CE%BF},
  urldate = {2026-11-06}
}