μπαταρία
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
μπαταρία
Where it comes from
μπαταρία < ιταλική batteria < γαλλική batterie (συστοιχία κανονιών) < λατινική battuere < battuo (χτυπώ)
noun μπαταρία · μπαταρίες · μπαταρίας · μπαταριών
- μέσο αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας που τροφοδοτεί με ηλεκτρισμό μηχανές ή συσκευές, ο ηλεκτρικός συσσωρευτής ※ Οι αντλησιοταμιευτικοί σταθμοί λειτουργούν σαν φυσικές μπαταρίες για μαζική αποθήκευση ηλεκτρικής ενέργειας. Γι’ αυτό και μία τέτοια μονάδα αποτελείται από τουλάχιστον δύο ταμιευτήρες με υψομετρική απόσταση. (Αντλησιοταμίευση: Τι είναι και πως θα αλλάξει το ενεργειακό μας τοπίο, Το Βήμα, 16/08/202
- αναμεικτική βρύση, υδατομίκτης-υδατομείκτης, μίκτης-μείκτης νερού, διπολική βρύση, βρύση ζεστού / κρύου νερού-ύδατος (μίας ή δύο οπών [αναφέρουμε τον αριθμό των εμφανών οπών εισόδου]) είτε σπανίως σύστημα ξεχωριστών βρύσεων, είτε ενιαίο σύστημα δύο περιστροφικών χερουλιών, είτε με ένα μοχλικό χερούλι που συνδυάζει ποσοστά των δύο πόλων
In English
- battery device storing electricity
Talk about this word "μπαταρία." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CE%B1%CF%84%CE%B1%CF%81%CE%AF%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. μπαταρία. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CE%B1%CF%84%CE%B1%CF%81%CE%AF%CE%B1 "μπαταρία." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CE%B1%CF%84%CE%B1%CF%81%CE%AF%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {μπαταρία},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CE%B1%CF%84%CE%B1%CF%81%CE%AF%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}