μπερδεύω
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
μπερδεύω
- berˈðe.vo
Where it comes from
μπερδεύω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μπερδεύω
verb μπερδεύω · μπέρδευα · μπερδέψω · μπέρδεψα · μπερδεύομαι · μπερδεύτηκα
- μπλέκω ένα αντικείμενο με ένα άλλο, τα κάνω να ενωθούν κατά τρόπο τυχαίο και ανεπιθύμητο
- ανακατεύω ή ανακινώ ή μπλέκω (διάφορα πράγματα) ώστε να πάνε σε τυχαίες θέσεις Κάποιος είχε μπερδέψει τα χαρτιά και δεν μπορούσα να βρω άκρη
- συγχέω διαφορετικά μεταξύ τους πράγματα, καταλαβαίνω άλλο πράγμα αντί για αυτό που πρέπει
- προκαλώ σύγχυση σε κάποιον είτε σκόπιμα είτε κατα λάθος είτε από άγνοια Μπερδεύομαι όταν μου μιλάνε δύο άτομα ταυτόχρονα και δεν ξέρω τι να κάνω.
In English
Talk about this word "μπερδεύω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B4%CE%B5%CF%8D%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026. μπερδεύω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B4%CE%B5%CF%8D%CF%89 "μπερδεύω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B4%CE%B5%CF%8D%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {μπερδεύω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B4%CE%B5%CF%8D%CF%89},
urldate = {2026-11-07}
}