μπούκα

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

μπούκα¹

Where it comes from

μπούκα < μεσαιωνική ελληνική μπούκα

noun μπούκα · μπούκες · μπούκας

  1. όπλα το στόμιο, η οπή και το άνοιγμα, το άκρο της κάννης η μπούκα του τουφεκιού, του κανονιού
  2. dated, παρωχημένο σήραγγα ανοίξανε μπούκα στο πηγάδι
  3. vulgar, λαϊκότροπο η εκβολή ενός ποταμού
  4. slang, αργκό το στόμιο ή το κύριο άνοιγμα χώρου ο οποίος ανήκει σε άτομα με τα οποία έχουμε αντιθέσεις
  5. slang, αργκό η έφοδος, η ξαφνική και συχνά βίαιη είσοδος σε χώρο που, συνήθως, ανήκει σε αντίπαλους ή παράνομους, το μπουκάρισμα
  6. ναυτική η είσοδος και έξοδος ενός λιμανιού
  7. με κεφαλαίο, τοπωνύμιο

Similar: έφοδος, είσοδος, στόμιο

Μπούκα²

Where it comes from

Μπούκα < γενική ενικού του αρσενικού Μπούκας

proper noun Μπούκα · Μπούκας · Bouka

  1. γυναικείο επώνυμο

Thesaurus

Talk about this word

Cite this
MLA

"μπούκα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CE%BF%CF%8D%CE%BA%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

μπούκα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CE%BF%CF%8D%CE%BA%CE%B1

Chicago

"μπούκα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CE%BF%CF%8D%CE%BA%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {μπούκα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CE%BF%CF%8D%CE%BA%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}