μπούκα
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
μπούκα¹
Where it comes from
μπούκα < μεσαιωνική ελληνική μπούκα
noun μπούκα · μπούκες · μπούκας
- το στόμιο, η οπή και το άνοιγμα, το άκρο της κάννης η μπούκα του τουφεκιού, του κανονιού
- σήραγγα ανοίξανε μπούκα στο πηγάδι
- η εκβολή ενός ποταμού
- το στόμιο ή το κύριο άνοιγμα χώρου ο οποίος ανήκει σε άτομα με τα οποία έχουμε αντιθέσεις
- η έφοδος, η ξαφνική και συχνά βίαιη είσοδος σε χώρο που, συνήθως, ανήκει σε αντίπαλους ή παράνομους, το μπουκάρισμα
- η είσοδος και έξοδος ενός λιμανιού
- με κεφαλαίο, τοπωνύμιο
Μπούκα²
Where it comes from
Μπούκα < γενική ενικού του αρσενικού Μπούκας
proper noun Μπούκα · Μπούκας · Bouka
- γυναικείο επώνυμο
Thesaurus
Talk about this word "μπούκα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CE%BF%CF%8D%CE%BA%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. μπούκα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CE%BF%CF%8D%CE%BA%CE%B1 "μπούκα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CE%BF%CF%8D%CE%BA%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {μπούκα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CE%BF%CF%8D%CE%BA%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}