μωρό

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

μωρό

  • moˈɾo

Where it comes from

μωρό < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μωρόν < (ουσιαστικοποιημένο) αρχαία ελληνική μωρός

noun μωρό · μωρά · μωρού · μωρών

  1. πολύ νεαρό παιδί που δεν ξέρει ακόμα να μιλά και να περπατά, το βρέφος το μωρό κοιμάται στην κούνια
  2. προσφώνηση οικεία προσφώνηση πολύ αγαπημένου προσώπου μωρό μου!
  3. figuratively, μεταφορικά όμορφο και νεαρό άτομο, κατά το τεκνό γνώρισα ένα μωρό χθες...

Similar: αβάφτιστο, βρέφος, βυζανιάρικο, βυζαστάρικο, βυζασταρούδι, γεννητάρι, γεννηταρούδι, κλαψιάρικο, λεχούδι, μικρό, μπεμπέκα, μπέμπης, μυξιάρικο, νεογέννητο, νινί, νήπιο, νιάνιαρο, σαλό, τυλιχταρούδι

adjective μωρό · μωρά · μωρού · μωρών

  1. accusative, singular αιτιατική ενικού του μωρός
  2. accusative, neuter, nominative, singular, vocative ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του μωρός

Thesaurus

In English

  • baby very young human being — see also child

Talk about this word

Cite this
MLA

"μωρό." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%89%CF%81%CF%8C. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

μωρό. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%89%CF%81%CF%8C

Chicago

"μωρό." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%89%CF%81%CF%8C.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {μωρό},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%89%CF%81%CF%8C},
  urldate = {2026-11-06}
}