μωρό
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
μωρό
- moˈɾo
Where it comes from
μωρό < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μωρόν < (ουσιαστικοποιημένο) αρχαία ελληνική μωρός
noun μωρό · μωρά · μωρού · μωρών
- πολύ νεαρό παιδί που δεν ξέρει ακόμα να μιλά και να περπατά, το βρέφος το μωρό κοιμάται στην κούνια
- οικεία προσφώνηση πολύ αγαπημένου προσώπου μωρό μου!
- όμορφο και νεαρό άτομο, κατά το τεκνό γνώρισα ένα μωρό χθες...
Similar: αβάφτιστο, βρέφος, βυζανιάρικο, βυζαστάρικο, βυζασταρούδι, γεννητάρι, γεννηταρούδι, κλαψιάρικο, λεχούδι, μικρό, μπεμπέκα, μπέμπης, μυξιάρικο, νεογέννητο, νινί, νήπιο, νιάνιαρο, σαλό, τυλιχταρούδι
Thesaurus
noun
Similar: αβάφτιστο, βρέφος, βυζανιάρικο, βυζαστάρικο, βυζασταρούδι, γεννητάρι, γεννηταρούδι, κλαψιάρικο, λεχούδι, μικρό, μπεμπέκα, μπέμπης, μυξιάρικο, νεογέννητο, νινί, νήπιο, νιάνιαρο, σαλό, τυλιχταρούδι
In English
- baby very young human being — see also child
Talk about this word "μωρό." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%89%CF%81%CF%8C. Accessed 6 Nov. 2026. μωρό. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%89%CF%81%CF%8C "μωρό." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%89%CF%81%CF%8C.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {μωρό},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%89%CF%81%CF%8C},
urldate = {2026-11-06}
}