μόδα
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
μόδα
- ˈmo.ða
Where it comes from
μόδα < (οπτικό δάνειο) γαλλική mod(e) + -α
noun μόδα · μόδες · μόδας
- τάση σχετική με το ντύσιμο ή γενικά την εξωτερική εμφάνιση που υιοθετείται ευρύτατα για κάποιο χρονικό διάστημα ※ τα μοτίβα αυτά είναι κυρίαρχα: τα νέα ήθη, τα λούσα, οι διασκεδάσεις, η κοσμική ζωή, η μόδα, απειλούν και υπομονεύουν την οικογένεια αλλά και παραδοσιακούς θεσμούς και αξίες γενικότερες (Σάτιρα και πολιτική στη νεώτερη Ελλάδα: από τον Σολωμό ως τον Σεφέρη, Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού
-
συνήθεια που υιοθετείται παροδικά από μεγάλο αριθμό ατόμων
Similar: συρμός
In English
Talk about this word "μόδα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%8C%CE%B4%CE%B1. Accessed 6 Nov. 2026. μόδα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%8C%CE%B4%CE%B1 "μόδα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%8C%CE%B4%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {μόδα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%8C%CE%B4%CE%B1},
urldate = {2026-11-06}
}