μόδα

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

μόδα

  • ˈmo.ða

Where it comes from

μόδα < (οπτικό δάνειο) γαλλική mod(e) + -α

noun μόδα · μόδες · μόδας

  1. τάση σχετική με το ντύσιμο ή γενικά την εξωτερική εμφάνιση που υιοθετείται ευρύτατα για κάποιο χρονικό διάστημα ※ τα μοτίβα αυτά είναι κυρίαρχα: τα νέα ήθη, τα λούσα, οι διασκεδάσεις, η κοσμική ζωή, η μόδα, απειλούν και υπομονεύουν την οικογένεια αλλά και παραδοσιακούς θεσμούς και αξίες γενικότερες (Σάτιρα και πολιτική στη νεώτερη Ελλάδα: από τον Σολωμό ως τον Σεφέρη, Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού
  2. general, γενικότερα συνήθεια που υιοθετείται παροδικά από μεγάλο αριθμό ατόμων

    Similar: συρμός

In English

  • mode style or fashion
  • fashion current (constantly changing) trend, favored for frivolous rather than practical

Talk about this word

Cite this
MLA

"μόδα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%8C%CE%B4%CE%B1. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

μόδα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%8C%CE%B4%CE%B1

Chicago

"μόδα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%8C%CE%B4%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {μόδα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%8C%CE%B4%CE%B1},
  urldate = {2026-11-06}
}