μόριο
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
μόριο
- ˈmo.ɾi.o
Where it comes from
μόριο < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική μόριον (μέρος ενός όλου). Για την ανατομία και τη γραμματική, ελληνιστική σημασία. Για τα μόρια αξιολόγησης: άγνωστης ετυμολογίας
noun μόριο · μόρια · μορίου · μόριου · μορίων
- η μικρότερη ποσότητα ύλης που μπορεί να υπάρχει ελεύθερη χωρίς να χάνει τις ιδιότητές της Ένα μόριο νερού αποτελείται από δύο άτομα υδρογόνου και ένα άτομο οξυγόνου.
- άκλιτη λέξη που δεν ανήκει στα γνωστά δέκα μέρη του λόγου και χρησιμεύει π.χ. στο σχηματισμό χρόνων και εγκλίσεων ή αρνητικών προτάσεων ※ Στη γλώσσα της εξήγησης επιχωριάζουν συνήθη ουσιαστικά, ρήματα «δράσης και σκέψης», διαρθρωτικά μόρια και φράσεις σχέσεων ακολουθίας (χρόνου ή αιτίας) και πιθανολογικές εκφράσεις. (Αζέλης Λαμπάτος, Σμπιλίρης, Αλεξανδράκη, Γραπτός Λόγος: Γλώσσα και Λογοτεχνία - Για το Λύκειο και τις Πανελλαδικές, 2
- αχώριστο μόριο: πρόθημα που δεν υπάρχει ως αυτόνομη λέξη το αχώριστο μόριο α- είναι τις περισσότερες φορές στερητικό
- οποιοδήποτε τμήμα του ανθρώπινου σώματος έπαθε θλάση μορίων στο μηρό
- εξωτερικό τμήμα του γεννητικού οργάνου
- σύγχρονη μονάδα βαθμολογίας ή αξιολόγησης Για να προσληφθείτε χρειάζεστε αρκετά περισσότερα μόρια.
In English
Talk about this word "μόριο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%8C%CF%81%CE%B9%CE%BF. Accessed 6 Nov. 2026. μόριο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%8C%CF%81%CE%B9%CE%BF "μόριο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%8C%CF%81%CE%B9%CE%BF.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {μόριο},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%8C%CF%81%CE%B9%CE%BF},
urldate = {2026-11-06}
}