μόριο

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

μόριο

  • ˈmo.ɾi.o

Where it comes from

μόριο < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική μόριον (μέρος ενός όλου). Για την ανατομία και τη γραμματική, ελληνιστική σημασία. Για τα μόρια αξιολόγησης: άγνωστης ετυμολογίας

noun μόριο · μόρια · μορίου · μόριου · μορίων

  1. φυσική η μικρότερη ποσότητα ύλης που μπορεί να υπάρχει ελεύθερη χωρίς να χάνει τις ιδιότητές της Ένα μόριο νερού αποτελείται από δύο άτομα υδρογόνου και ένα άτομο οξυγόνου.
  2. γραμματική, ώς μέρος λόγου άκλιτη λέξη που δεν ανήκει στα γνωστά δέκα μέρη του λόγου και χρησιμεύει π.χ. στο σχηματισμό χρόνων και εγκλίσεων ή αρνητικών προτάσεων ※ Στη γλώσσα της εξήγησης επιχωριάζουν συνήθη ουσιαστικά, ρήματα «δράσης και σκέψης», διαρθρωτικά μόρια και φράσεις σχέσεων ακολουθίας (χρόνου ή αιτίας) και πιθανολογικές εκφράσεις. (Αζέλης Λαμπάτος, Σμπιλίρης, Αλεξανδράκη, Γραπτός Λόγος: Γλώσσα και Λογοτεχνία - Για το Λύκειο και τις Πανελλαδικές, 2
  3. γραμματική, ως πρόθημα αχώριστο μόριο: πρόθημα που δεν υπάρχει ως αυτόνομη λέξη το αχώριστο μόριο α- είναι τις περισσότερες φορές στερητικό
  4. ανατομία οποιοδήποτε τμήμα του ανθρώπινου σώματος έπαθε θλάση μορίων στο μηρό
  5. ανατομία εξωτερικό τμήμα του γεννητικού οργάνου
  6. σύγχρονη μονάδα βαθμολογίας ή αξιολόγησης Για να προσληφθείτε χρειάζεστε αρκετά περισσότερα μόρια.

In English

  • particle word that does not obviously belong to any particular part of speech
  • molecule group of atoms held together by chemical bonds

Talk about this word

Cite this
MLA

"μόριο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%8C%CF%81%CE%B9%CE%BF. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

μόριο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%8C%CF%81%CE%B9%CE%BF

Chicago

"μόριο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%8C%CF%81%CE%B9%CE%BF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {μόριο},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%8C%CF%81%CE%B9%CE%BF},
  urldate = {2026-11-06}
}