μύλη

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

μύλη¹

Where it comes from

μύλη < (ελληνιστική κοινή) (4) < αρχαία ελληνική μύλη < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *melh₂- (αλέθω, συνθλίβω) (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική meule)

noun μύλη · μύλες · μύλης · μυλών

  1. formal, λόγιο μυλόπετρα
  2. broadly, formal, λόγιο, κατ’ επέκταση χειροκίνητος μύλος

    Similar: χειρόμυλος

  3. τεχνολογία τροχός που χρησιμεύει στο ακόνισμα ή τη λείανση αντικειμένων
  4. ανατομία το μέρος ενός δοντιού που προεξέχει απ’ τα ούλα

    Opposite: ρίζα

  5. ανατομία στρογγυλό οστό στην επιγονατίδα

Μύλη²

Where it comes from

Μύλη < γενική ενικού του αρσενικού Μύλης

proper noun Μύλη · Μύλης · Myli

  1. γυναικείο επώνυμο

Talk about this word

Cite this
MLA

"μύλη." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%8D%CE%BB%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

μύλη. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%8D%CE%BB%CE%B7

Chicago

"μύλη." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%8D%CE%BB%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {μύλη},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%8D%CE%BB%CE%B7},
  urldate = {2026-11-07}
}