νερό

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

νερό

  • neˈɾo

Where it comes from

νερό < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική νερό(ν) με χαμήλωση του /i/ σε /e/ δίπλα σε υγρό < ελληνιστική κοινή νηρόν (νηρόν ὕδωρ: φρέσκο νερό) → δείτε και τη λέξη νεαρός

noun νερό · νερά · νερού · νερών

  1. (χημικός τύπος: H₂O) το άχρωμο και συνήθως άοσμο και άγευστο υγρό στοιχείο της φύσης, που προκύπτει από τη χημική ένωση δύο ατόμων υδρογόνου και ενός ατόμου οξυγόνου· σχηματίζει τα ποτάμια, τις λίμνες, τις θάλασσες, τις πηγές, τη βροχή, αποτελεί το 70% του ανθρώπινου οργανισμού και συντελεί καταλυτικά στη ζωή και την ανάπτυξη όλων των φυτικών και ζωικών οργανισμών· μπορεί να παίρνει, υπό κατάλληλες συνθήκες, στερεά μορφή, οπότε ονομάζεται πάγος, ή αέρια, οπότε λέγεται υδρατμός πόσιμο νερό, πίνω νερό, βρώμικα νερά

In English

  • water inorganic compound H₂O

Talk about this word

Cite this
MLA

"νερό." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BD%CE%B5%CF%81%CF%8C. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

νερό. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CE%B5%CF%81%CF%8C

Chicago

"νερό." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CE%B5%CF%81%CF%8C.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {νερό},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CE%B5%CF%81%CF%8C},
  urldate = {2026-11-06}
}