νεωκόρος

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

νεωκόρος

Where it comes from

νεωκόρος < νεώς (ή ναός) + κόρος (ή κούρος)

noun νεωκόρος · νεωκόροι · νεωκόρου · νεωκόρων · νεωκόρο · νεωκόρους

  1. επάγγελμα λαϊκός που έχει την ευθύνη για την καθαριότητα, την τάξη, την ασφάλεια και την λειτουργική ετοιμότητα ενός Ιερού Ναού ※ Ο ψάλτης υπενύσταζε και έκαμνε «μετάνοιες» όρθιος στο στασίδι, κι' ο γέρο‑Δημητρός, ο πρώην νεωκόρος κ' επίτροπος επί των εξωκκλησίων, χωρίς ο νους του ν' αποσπάται απ' το παγγάρι και τα κηρία, έπαιρνε «δύο τροπάρια» καθιστός στο στασίδι. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Τα μετά θάνατον, Η χολεριασμένη,

Similar: καντηλανάφτης, εκκλησάρης, εκκλησιαστικός

Thesaurus

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"νεωκόρος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BD%CE%B5%CF%89%CE%BA%CF%8C%CF%81%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

νεωκόρος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CE%B5%CF%89%CE%BA%CF%8C%CF%81%CE%BF%CF%82

Chicago

"νεωκόρος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CE%B5%CF%89%CE%BA%CF%8C%CF%81%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {νεωκόρος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CE%B5%CF%89%CE%BA%CF%8C%CF%81%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}