νεωτερισμός
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
νεωτερισμός
- ne.o.te.ɾiˈzmos
Where it comes from
νεωτερισμός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική νεωτερισμός
:* για την παρωχημένη σημασία: σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική nouveauté στον πληθυντικό nouveautés
noun νεωτερισμός · νεωτερισμοί · νεωτερισμού · νεωτερισμών · νεωτερισμό · νεωτερισμούς
-
η εισαγωγή και υιοθέτηση οποιουδήποτε καινούριου πράγματος (ιδέας, τρόπου συμπεριφοράς, τεχνικής, προϊόντος, μεθόδου)
Similar: καινοτομία, μοντερνισμός · Opposite: αναχρονισμός, συντηρητικότητα
- κατάστημα με ρούχα ※ Ξαναπήγε στη βιτρίνα των νεωτερισμών και ξανακοίταξε το πουλόβερ. (Ελένη Λαδιά, Διαδρομή)
In English
Talk about this word "νεωτερισμός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BD%CE%B5%CF%89%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. νεωτερισμός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CE%B5%CF%89%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82 "νεωτερισμός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CE%B5%CF%89%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {νεωτερισμός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CE%B5%CF%89%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}