νεύρο
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
νεύρο
Where it comes from
νεύρο < αρχαία ελληνική νεῦρον (τένοντας)
noun νεύρο · νεύρα · νεύρου · νεύρων
- λεπτός και επιμήκης κυλινδρικός ιστός που συνδέει τον εγκέφαλο με τα όργανα του σώματος, μεταφέροντας από αυτά τα ερεθίσματα που δέχονται και, αντίστροφα, μεταφέροντας προς αυτά τις εντολές που δίνει εγκέφαλος
- ο τένοντας
- λεπτές ίνες που διατρέχουν τα φύλλα και τους καρπούς των φυτών
- η ζωτική δύναμη, η ζωντάνια περπατούσε ζωηρά, με νεύρο
- η κατάσταση που βιώνει κανείς όταν είναι εκνευρισμένος σήμερα είμαι όλο νεύρα και δεν ξέρω τι μου φταίει
In English
Talk about this word "νεύρο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BD%CE%B5%CF%8D%CF%81%CE%BF. Accessed 6 Nov. 2026. νεύρο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CE%B5%CF%8D%CF%81%CE%BF "νεύρο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CE%B5%CF%8D%CF%81%CE%BF.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {νεύρο},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CE%B5%CF%8D%CF%81%CE%BF},
urldate = {2026-11-06}
}