νιος
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
νιος¹
- ˈɲos
Where it comes from
νιος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική νιός < αρχαία ελληνική νέος με συνίζηση για αποφυγή της χασμωδίας Συγκρίνετε με το νέος.
adjective νιος · νια · νιο
- άλλη μορφή του νέος ※ Εδώ (στα τραγούδια του Κάτω κόσμου) η ανάσταση διατυπώνεται μόνο μέσα από το μοτίβο του «αδύνατου», δηλαδή του παντελώς ανέφικτου, «όταν ανθίσει ο ξέρακας και βγάλει νια βλαστάρια / κι όταν ασπρίσει ο κόρακας και γένει περιστέρι». (* εφημερίδα Το Βήμα)
noun νιος · νια
- ο νέος
Νιος²
Where it comes from
Νιος < → λείπει η ετυμολογία
proper noun Νιος
- η Ίος
In English
- youth young man
Talk about this word "νιος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BD%CE%B9%CE%BF%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026. νιος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CE%B9%CE%BF%CF%82 "νιος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CE%B9%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {νιος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CE%B9%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-06}
}