νοικιάζω
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
νοικιάζω
- niˈca.zo
Where it comes from
νοικιάζω < ενοικιάζω με αποβολή του αρχικού άτονου φωνήεντος
verb νοικιάζω
- παραχωρώ ένα οίκημα ή όχημα ή κάτι άλλο προς ενοικίαση ※ Ύστερα έδωσε εξετάσεις και πήρε το δίπλωμα του κυβερνήτου και αμέσως ανέλαβε τη διακυβέρνηση μιας ιδιόκτητης επαγγελματικής θαλαμηγού, που τη νοικιάζει σε τουρίστες για κρουαζιέρες στο Αιγαίο. (Γιώργος Κόμης, Ο Πειραιάς και οι άνθρωποί του: 1901-2001, εκδ. Ιωλκός, 2002, σελ. 316)
- χρησιμοποιώ ένα σπίτι ή όχημα ή κάτι άλλο πληρώνοντας ενοίκιο στον ιδιοκτήτη
In English
- hire to obtain the services of in return for fixed payment
Talk about this word "νοικιάζω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BD%CE%BF%CE%B9%CE%BA%CE%B9%CE%AC%CE%B6%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026. νοικιάζω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CE%BF%CE%B9%CE%BA%CE%B9%CE%AC%CE%B6%CF%89 "νοικιάζω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CE%BF%CE%B9%CE%BA%CE%B9%CE%AC%CE%B6%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {νοικιάζω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CE%BF%CE%B9%CE%BA%CE%B9%CE%AC%CE%B6%CF%89},
urldate = {2026-11-07}
}