νονός
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
νονός
- noˈnos
Where it comes from
νονός < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική νονός < ελληνιστική κοινή νόννος (με ορθογραφική απλοποίηση και μετακίνηση τόνου) < υστερολατινική nonnus < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *nan- / *nen-. Συγγενές με την αρχαία ελληνική νέννος
:* για τον εγκληματία < (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική godfather
noun νονός · νονοί · νονού · νονών · νονό · νονούς
-
αυτός που παρίσταται ως μάρτυρας στη βάφτιση ενός παιδιού, βοηθά τον ιερέα στην τέλεση του μυστηρίου και αναλαμβάνει να το κατηχήσει στο χριστιανισμό
Similar: ανάδοχος, πνευματικός, πατέρας
- αρχηγός εγκληματικής οργάνωσης όπως η μαφία Η ταινία του 1972 του σκηνοθέτη Φράνσις Φορντ Κόπολα «Ο νονός» περιγράφει τη ζωή της οικογένειας ενός σικελού μαφιόζου της Νέας Υόρκης.
-
αυτός που ονοματοδοτεί κάτι, όπως το όνομα ενός πλοίου
Similar: ανάδοχος
In English
Talk about this word "νονός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BD%CE%BF%CE%BD%CF%8C%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026. νονός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CE%BF%CE%BD%CF%8C%CF%82 "νονός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CE%BF%CE%BD%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {νονός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CE%BF%CE%BD%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-06}
}