ντροπή

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ντροπή

  • dɾoˈpi

Where it comes from

ντροπή < ντρέπομαι < (ελληνιστική κοινή) ἐντρέπομαι < ἐν + τρέπω

noun ντροπή · ντροπές · ντροπής · ντροπών

  1. το αρνητικό συναίσθημα ενοχής που νιώθει κάποιος όταν συνειδητοποιεί ότι έφταιξε σε κάτι ※ Η σύντα­ξή της δεν έφτανε για να πληρώσει πλυστικά κι η δουλειά για τη χωριάτισσα δεν είχε ούτε ντροπή ούτε λυποκράτημα. (Κωσταντίνος Χατζόπουλος, Ο πύργος του ακροπόταμου, Α, 1915)
  2. η πράξη ή το πρόσωπο που επισύρει αυτό το αρνητικό συναίσθημα, το όνειδος ※ «Γυναίκα κακή! Δεν ρωτώ τώρα ουδέ συμβουλή σου, ουδέ σε λυπούμαι, ουδέ το λυπούμαι. Τ' όνομα εκεινού θέλω. Εσέ δε θα σε πειράξω. Δε μολογάς το; θα το μάθω· το χωριό όλο γνωρίζει με ποιον εζούσες και τότες θα θυσιάσω και τους τρεις σας, θα πλύνω τη ντροπή πόχω λάβει από σας, πλάσματα άτιμα!» (Κωνστ
  3. ο εξευτελισμός μετά από κάποια ήττα/αποτυχία, το όνειδος
  4. η συστολή που νιώθουν κάποιοι λόγω χαρακτήρα ή σε συγκεκριμένες περιστάσεις

Similar: αιδώς

Thesaurus

noun

Similar: αιδώς

In English

  • shame uncomfortable or painful feeling
  • disgrace that which brings dishonor
  • for shame An expression of disapproval

Talk about this word

Cite this
MLA

"ντροπή." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BD%CF%84%CF%81%CE%BF%CF%80%CE%AE. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ντροπή. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CF%84%CF%81%CE%BF%CF%80%CE%AE

Chicago

"ντροπή." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CF%84%CF%81%CE%BF%CF%80%CE%AE.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ντροπή},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CF%84%CF%81%CE%BF%CF%80%CE%AE},
  urldate = {2026-11-07}
}