ντόπιος

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ντόπιος

  • ˈdo.pços

Where it comes from

ντόπιος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἐντόπιος με αποβολή του αρχικού φωνήεντος

: Και ουσιαστικοποιημένο. Συγκρίνετε με το εντόπιος.

adjective ντόπιος · ντόπια · ντόπιο · ντόπιου · ντόπιας

  1. που έχει γεννηθεί και ζει σε έναν τόπο ※ Ένα μελαγχολικό Αυγουστιάτικο απόγευμα , η περατζάδα των ντόπιων στον δρόμο μπροστά απ' τη μικρή βεραντούλα μας είχε αρχίσει (Μαριάνθη Ντεβάκη, Λευκές Σελίδες για Άναρχα Όνειρα, εκδ. Ακακία, 2013)

    Similar: γηγενής, ιθαγενής, εντόπιος

  2. που έχει δημιουργηθεί ή παραχθεί σε έναν τόπο τα ντόπια προϊόντα

    Similar: εγχώριος, εντόπιος

noun ντόπιος · ντόπια · ντόπιο · ντόπιου · ντόπιας

  1. αυτός που έχει γεννηθεί και ζει σε έναν τόπο Οι ντόπιοι ήταν ιδιαίτερα φιλικοί απέναντι στους επισκέπτες.

In English

  • local a person who lives near a given place
  • native born or grown in the region in which it lives or is found

Talk about this word

Cite this
MLA

"ντόπιος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BD%CF%84%CF%8C%CF%80%CE%B9%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ντόπιος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CF%84%CF%8C%CF%80%CE%B9%CE%BF%CF%82

Chicago

"ντόπιος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CF%84%CF%8C%CF%80%CE%B9%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ντόπιος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CF%84%CF%8C%CF%80%CE%B9%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}