εγχώριος

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

εγχώριος

  • eŋˈxo.ɾi.os

Where it comes from

εγχώριος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐγχώριος < (ἐν) ἐγ- + χώρ(α) + -ιος

adjective εγχώριος · εγχώρια · εγχώριο · εγχώριου · εγχώριας

  1. που προέρχεται από την ίδια τη χώρα στην οποία εμφανίζεται και όχι από το εξωτερικό ※ Η διεθνής και εγχώρια ταχυδιακίνηση και ταχυδιανομή εγγράφων ή μικροδεμάτων και μικροαντικειμένων με κάθε μέσο (Courrier) (από περιγραφή σκοπού εταιρείας από τον Επιχειρηματικό Οδηγό ΕΒΕΑ, ανάκτηση 23/12/2025)

Similar: εθνικός, γηγενής, εσωτερικός, ντόπιος · Opposite: εξωτερικός, παγκόσμιος

Thesaurus

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"εγχώριος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%B3%CF%87%CF%8E%CF%81%CE%B9%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

εγχώριος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%B3%CF%87%CF%8E%CF%81%CE%B9%CE%BF%CF%82

Chicago

"εγχώριος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%B3%CF%87%CF%8E%CF%81%CE%B9%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {εγχώριος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%B3%CF%87%CF%8E%CF%81%CE%B9%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}