νωπός

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

νωπός

  • noˈpos
  • noˈpi
  • noˈpo

Where it comes from

νωπός < μεσαιωνική ελληνική < νεο- (< νέος) + -ωπός (< ὤψ, γενική: ὠπός)

adjective νωπός · νωπή · νωπό · νωπού · νωπής

  1. φρέσκος νωπά οπωροκηπευτικά προϊόντα
  2. figuratively, συνεκδοχικά που δεν έχει στεγνώσει ακόμη ※ Τό μέσο βάρος τῶν ἀμνοδερμάτων ἀμέσως με το ἀνεξάρτητα ἀπό τό φύλο καί ξεχωριστά γιά κάθε γενότυπο δίνεται στόν πίνακα 1 μαζί μέ τίς συγκρίσεις τῶν μέσων τιμῶν. ̓Αμέσως μετά τό γδάρσιμο τά νωπά ἀμνοδέρματα τῶν καθαρόαιμων Καραγκούνικων ἀμνῶν εἶχαν βάρος κατώτερο τῶν... (Επιστημονική Επετηρίς, τόμο

    Similar: υγρός

  3. figuratively, μεταφορικά πρόσφατος
  4. (για λουλούδια ή καρπούς) φρεσκοκομμένος ※ Ξυπνά και δεν βλέπει τα άνθη τα νωπά στο ποτήρι της, βλέπει στην καθέκλα την νοσοκόμον. (Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου Απέθανεν ευτυχής [διήγημα])
  5. (για χώμα) που σκάφτηκε πριν από λίγο

In English

  • fresh (of food) not dried, frozen, or spoiled

Talk about this word

Cite this
MLA

"νωπός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BD%CF%89%CF%80%CF%8C%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

νωπός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CF%89%CF%80%CF%8C%CF%82

Chicago

"νωπός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CF%89%CF%80%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {νωπός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CF%89%CF%80%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-06}
}