νωπός
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
νωπός
- noˈpos
- noˈpi
- noˈpo
Where it comes from
νωπός < μεσαιωνική ελληνική < νεο- (< νέος) + -ωπός (< ὤψ, γενική: ὠπός)
adjective νωπός · νωπή · νωπό · νωπού · νωπής
- φρέσκος νωπά οπωροκηπευτικά προϊόντα
-
που δεν έχει στεγνώσει ακόμη
※ Τό μέσο βάρος τῶν ἀμνοδερμάτων ἀμέσως με το ἀνεξάρτητα ἀπό τό φύλο καί ξεχωριστά γιά κάθε γενότυπο δίνεται στόν πίνακα 1 μαζί μέ τίς συγκρίσεις τῶν μέσων τιμῶν. ̓Αμέσως μετά τό γδάρσιμο τά νωπά ἀμνοδέρματα τῶν καθαρόαιμων Καραγκούνικων ἀμνῶν εἶχαν βάρος κατώτερο τῶν... (Επιστημονική Επετηρίς, τόμο
Similar: υγρός
- πρόσφατος
- (για λουλούδια ή καρπούς) φρεσκοκομμένος ※ Ξυπνά και δεν βλέπει τα άνθη τα νωπά στο ποτήρι της, βλέπει στην καθέκλα την νοσοκόμον. (Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου Απέθανεν ευτυχής [διήγημα])
- (για χώμα) που σκάφτηκε πριν από λίγο
In English
- fresh (of food) not dried, frozen, or spoiled
Talk about this word "νωπός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BD%CF%89%CF%80%CF%8C%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026. νωπός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CF%89%CF%80%CF%8C%CF%82 "νωπός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CF%89%CF%80%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {νωπός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CF%89%CF%80%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-06}
}