ξένος

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ξένος¹

  • ˈkse.nos

Where it comes from

ξένος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ξένος (φιλοξενούμενος) < προελληνική

adjective ξένος · ξένη · ξένο

  1. που προέρχεται από άλλο τόπο Μου λέτε πώς είναι η αφετηρία των υπεραστικών λεωφορείων, γιατί είμαι ξένη στα μέρη σας;
  2. που προέρχεται από ή ανήκει σε ή χαρακτηρίζει άλλη χώρα ξένη γλώσσα, ξένα πανεπιστήμια, το ξένο κεφάλαιο
  3. που δε μου ταιριάζει ή δεν είμαι εξοικειωμένος/εξοικειωμένη μαζί του Μου είναι ξένες αυτές οι συνήθειες.
  4. που ανήκει σε κάποιον άλλο Δεν μπορώ να φορέσω ξένα ρούχα.
  5. θεωρία συνόλων για σύνολα που δεν έχουν κοινά στοιχεία μεταξύ τους, που η τομή τους είναι το κενό σύνολο τα σύνολα { α, β } και { γ, δ, ε } είναι ξένα σύνολα

Opposite: γνωστός, φίλος

noun ξένος · ξένη · ξένοι · ξένου · ξένων

  1. αυτός που προέρχεται από άλλο τόπο Άνοιξε ο ξένος μαγαζί στο νησί μας και περιμένει να πάει καλά!
  2. αλλοδαπός Δεν ξέρει από ελληνικά γλέντια ο άνθρωπος, είναι ξένος.
  3. αυτός που δεν ανήκει στην οικογένεια Δε θέλω να λες σε ξένους τα οικογενειακά μας.
  4. φιλοξενούμενος Καλύτερα σε μια βδομάδα, γιατί αυτό το Σαββατοκύριακο έχουμε ξένους στο σπίτι.

Ξένος²

Where it comes from

Ξένος < ξένος

proper noun Ξένος

  1. ανδρικό όνομα

Thesaurus

adjective

Opposite: γνωστός, φίλος

In English

  • alien person, etc. from outside
  • exotic non-native to the ecosystem
  • foreigner person in a foreign land
  • foreign located outside one's own country or place
  • stranger person whom one does not know

Talk about this word

Cite this
MLA

"ξένος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BE%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

ξένος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BE%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82

Chicago

"ξένος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BE%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ξένος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BE%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-06}
}