ξένος
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ξένος¹
- ˈkse.nos
Where it comes from
ξένος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ξένος (φιλοξενούμενος) < προελληνική
adjective ξένος · ξένη · ξένο
- που προέρχεται από άλλο τόπο Μου λέτε πώς είναι η αφετηρία των υπεραστικών λεωφορείων, γιατί είμαι ξένη στα μέρη σας;
- που προέρχεται από ή ανήκει σε ή χαρακτηρίζει άλλη χώρα ξένη γλώσσα, ξένα πανεπιστήμια, το ξένο κεφάλαιο
- που δε μου ταιριάζει ή δεν είμαι εξοικειωμένος/εξοικειωμένη μαζί του Μου είναι ξένες αυτές οι συνήθειες.
- που ανήκει σε κάποιον άλλο Δεν μπορώ να φορέσω ξένα ρούχα.
- για σύνολα που δεν έχουν κοινά στοιχεία μεταξύ τους, που η τομή τους είναι το κενό σύνολο τα σύνολα { α, β } και { γ, δ, ε } είναι ξένα σύνολα
noun ξένος · ξένη · ξένοι · ξένου · ξένων
- αυτός που προέρχεται από άλλο τόπο Άνοιξε ο ξένος μαγαζί στο νησί μας και περιμένει να πάει καλά!
- αλλοδαπός Δεν ξέρει από ελληνικά γλέντια ο άνθρωπος, είναι ξένος.
- αυτός που δεν ανήκει στην οικογένεια Δε θέλω να λες σε ξένους τα οικογενειακά μας.
- φιλοξενούμενος Καλύτερα σε μια βδομάδα, γιατί αυτό το Σαββατοκύριακο έχουμε ξένους στο σπίτι.
Ξένος²
Where it comes from
Ξένος < ξένος
proper noun Ξένος
- ανδρικό όνομα
Thesaurus
In English
Talk about this word "ξένος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BE%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026. ξένος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BE%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82 "ξένος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BE%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ξένος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BE%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-06}
}