φίλος

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

φίλος¹

  • ˈfi.los

Where it comes from

φίλος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική φίλος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *bʰil-

adjective φίλος · φίλη · φίλο · φίλου · φίλης

  1. για πρόσωπο που συνδέεται με κάποιον με δεσμούς φιλίας, συμπάθειας, εκτίμησης κ.λπ. οι φίλοι ακροατές μπορούν να παρεμβαίνουν στη συζήτηση

noun φίλος · φίλη · φίλο · φίλου · φίλης

  1. πρόσωπο με το οποίο συνδέεται κανείς με σχέση αμοιβαίας αγάπης, αφοσίωσης και κατανόησης, χωρίς κατ' ανάγκη να υπάρχει συγγένεια ή ερωτικό ενδιαφέρον Μου στάθηκε πάντα ως καλός φίλος.
  2. broadly, κατ’ επέκταση πρόσωπο με το οποίο κάνει κάποιος παρέα
  3. ερωτικός σύντροφος, εραστής, γκόμενος Η γυναίκα του βρήκε φίλο.
  4. πρόσωπο που συμπαθεί, ευνοεί ή υποστηρίζει κάτι φίλος των γραμμάτων
  5. όποιος ή οτιδήποτε υποβοηθεί, είναι χρήσιμο(ς) Η τεχνολογία είναι φίλος του ανθρώπου.
  6. familiar, οικείο για να δηλωθεί πρόσωπο το όνομα του οποίου είναι άγνωστο Ωραία τα λέει ο φίλος.

Opposite: αντίπαλος, εχθρός, πολέμιος

Φίλος²

Where it comes from

Φίλος < φίλος

proper noun Φίλος · Φίλοι · Φίλου · Φίλων · Φίλο · Φίλους

  1. ανδρικό επώνυμο

Thesaurus

In English

  • friend person whose company one enjoys
  • mate friend — see also friend

Talk about this word

Cite this
MLA

"φίλος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%AF%CE%BB%CE%BF%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

φίλος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%AF%CE%BB%CE%BF%CF%82

Chicago

"φίλος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%AF%CE%BB%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {φίλος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%AF%CE%BB%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-06}
}