ξερίζωμα
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ξερίζωμα
- kseˈɾi.zo.ma
Where it comes from
ξερίζωμα < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή ἐκρίζωμα, με μεταβολή προθήματος [ἐκ- > ξε-]
noun ξερίζωμα · ξεριζώματα · ξεριζώματος · ξεριζωμάτων
- η απόσπαση ενός φυτού από το έδαφος μαζί με τη ρίζα του
- η απόσπαση δια της βίας, ο διωγμός ή η αναγκαστική για οικονομικούς λόγους αποχώρηση ατόμου ή κοινότητας ή έθνους από την πατρίδα του ή από τον τόπο στον οποίο γεννήθηκε Το ξερίζωμα του Ελληνισμού από τη Μικρά Ασία, την Κωνσταντινούπολη, των Αρμενίων από την Μικρά Ασία.
- η βίαιη απόσπαση από τις πολιτιστικές ρίζες Το ξερίζωμα των λέξεων από τις πηγές τους.
Thesaurus
In English
- eradication act of plucking up by the roots
Talk about this word "ξερίζωμα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BE%CE%B5%CF%81%CE%AF%CE%B6%CF%89%CE%BC%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. ξερίζωμα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BE%CE%B5%CF%81%CE%AF%CE%B6%CF%89%CE%BC%CE%B1 "ξερίζωμα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BE%CE%B5%CF%81%CE%AF%CE%B6%CF%89%CE%BC%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ξερίζωμα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BE%CE%B5%CF%81%CE%AF%CE%B6%CF%89%CE%BC%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}