ξεσχίζω

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ξεσχίζω

Where it comes from

ξεσχίζω < μεσαιωνική ελληνική λέξη από τον αόριστο ἐξέσχισα ή τον παρατατικό ἐξέσχιζον του ελληνιστικού ἐκσχίζω

verb ξεσχίζω · ξεσκίζω · ξέσχιζα · θα ξεσχίζω · να ξεσχίζω

  1. κόβω με μανία σε κομμάτια, κουρελιάζω, κομματιάζω σε λωρίδες
  2. Το λεοντάρι ξεσχίζει το θήραμά του
  3. figuratively, μεταφορικά διαλύω τους αντιπάλους μου σε επιδόσεις Ξέσκισα στο διαγώνισμα - Ξέσκισε ο Παναθηναϊκός
  4. μεσοπαθητικό: σχίζομαι, τραυματίζομαι ελαφρά Ξεσχίστηκα στους θάμνους, έπρεπε να πάω από το άλλο μονοπάτι
  5. μεσοπαθητικό: (μεταφορικά) κουράζομαι, δουλεύω εντατικά Ξεσχίζομαι στη δουλειά για ένα μισθό εξευτελιστικό
  6. μεσοπαθητικό: (μεταφορικά) και (λαϊκότροπο) υπερβάλω σε μια απόλαυση, π.χ. κάνω έρωτα επί πολλή ώρα και σχετικά πιο βίαια από το μέσο όρο ξεσχιστήκαμε στο φαϊ

Similar: ξεσκλίζω, ξεσκλάω, σπαράζω

Thesaurus

Talk about this word

Cite this
MLA

"ξεσχίζω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BE%CE%B5%CF%83%CF%87%CE%AF%CE%B6%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ξεσχίζω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BE%CE%B5%CF%83%CF%87%CE%AF%CE%B6%CF%89

Chicago

"ξεσχίζω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BE%CE%B5%CF%83%CF%87%CE%AF%CE%B6%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ξεσχίζω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BE%CE%B5%CF%83%CF%87%CE%AF%CE%B6%CF%89},
  urldate = {2026-11-07}
}