ξεσχίζω
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ξεσχίζω
Where it comes from
ξεσχίζω < μεσαιωνική ελληνική λέξη από τον αόριστο ἐξέσχισα ή τον παρατατικό ἐξέσχιζον του ελληνιστικού ἐκσχίζω
verb ξεσχίζω · ξεσκίζω · ξέσχιζα · θα ξεσχίζω · να ξεσχίζω
- κόβω με μανία σε κομμάτια, κουρελιάζω, κομματιάζω σε λωρίδες
- Το λεοντάρι ξεσχίζει το θήραμά του
- διαλύω τους αντιπάλους μου σε επιδόσεις Ξέσκισα στο διαγώνισμα - Ξέσκισε ο Παναθηναϊκός
- μεσοπαθητικό: σχίζομαι, τραυματίζομαι ελαφρά Ξεσχίστηκα στους θάμνους, έπρεπε να πάω από το άλλο μονοπάτι
- μεσοπαθητικό: (μεταφορικά) κουράζομαι, δουλεύω εντατικά Ξεσχίζομαι στη δουλειά για ένα μισθό εξευτελιστικό
- μεσοπαθητικό: (μεταφορικά) και (λαϊκότροπο) υπερβάλω σε μια απόλαυση, π.χ. κάνω έρωτα επί πολλή ώρα και σχετικά πιο βίαια από το μέσο όρο ξεσχιστήκαμε στο φαϊ
Thesaurus
Talk about this word "ξεσχίζω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BE%CE%B5%CF%83%CF%87%CE%AF%CE%B6%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026. ξεσχίζω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BE%CE%B5%CF%83%CF%87%CE%AF%CE%B6%CF%89 "ξεσχίζω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BE%CE%B5%CF%83%CF%87%CE%AF%CE%B6%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ξεσχίζω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BE%CE%B5%CF%83%CF%87%CE%AF%CE%B6%CF%89},
urldate = {2026-11-07}
}