σπαράζω

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

σπαράζω

Where it comes from

σπαράζω < → λείπει η ετυμολογία

verb σπαράζω · σπαράσσω · σπάραζα · θα σπαράζω · να σπαράζω

  1. έχω σπασμούς
  2. σφαδάζω απ' τον πόνο (ψυχικό ή φυσικό) ※ τα μάτια του Νίκου κύτταζαν τη σειρά κουμπάκια, τόνα κοντά στάλλο, πούχε μπροστά το σταχτί πολκάκι της Λιόλιας, που της ήτονε μικρό και την έκοβε φοβερά στις αμασχάλες: στην κάθε της αναπνοή τα κουμπάκια σπαράζανε μέσα στις κουμπότρυπές τους, σάμπως τα στηθάκια της τάγουρα να ωρίμαζαν εκεί μπροστά
  3. κλαίω ηχηρά
  4. dated, παρωχημένο κατακερματίζω ※ Ο άνδρας της σκοτωμένης όρμησε τότε να σπαράξει με τα χέρια του τον ένοχο, οι χωροφύλακες όμως τον προστάτεψαν. (Παύλος Νιρβάνας Ιστορία ενός εγκλήματος [διήγημα])

Similar: ξεσκίζω, ξεσχίζω, ξεσκλίζω, ξεσκλάω

Thesaurus

Talk about this word

Cite this
MLA

"σπαράζω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%AC%CE%B6%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

σπαράζω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%AC%CE%B6%CF%89

Chicago

"σπαράζω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%AC%CE%B6%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {σπαράζω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%AC%CE%B6%CF%89},
  urldate = {2026-11-07}
}