σπαράζω
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
σπαράζω
Where it comes from
σπαράζω < → λείπει η ετυμολογία
verb σπαράζω · σπαράσσω · σπάραζα · θα σπαράζω · να σπαράζω
- έχω σπασμούς
- σφαδάζω απ' τον πόνο (ψυχικό ή φυσικό) ※ τα μάτια του Νίκου κύτταζαν τη σειρά κουμπάκια, τόνα κοντά στάλλο, πούχε μπροστά το σταχτί πολκάκι της Λιόλιας, που της ήτονε μικρό και την έκοβε φοβερά στις αμασχάλες: στην κάθε της αναπνοή τα κουμπάκια σπαράζανε μέσα στις κουμπότρυπές τους, σάμπως τα στηθάκια της τάγουρα να ωρίμαζαν εκεί μπροστά
- κλαίω ηχηρά
- κατακερματίζω ※ Ο άνδρας της σκοτωμένης όρμησε τότε να σπαράξει με τα χέρια του τον ένοχο, οι χωροφύλακες όμως τον προστάτεψαν. (Παύλος Νιρβάνας Ιστορία ενός εγκλήματος [διήγημα])
Thesaurus
Talk about this word "σπαράζω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%AC%CE%B6%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026. σπαράζω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%AC%CE%B6%CF%89 "σπαράζω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%AC%CE%B6%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {σπαράζω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%AC%CE%B6%CF%89},
urldate = {2026-11-07}
}