ξεχωρίζω
Ελληνικά
AI Kwa maneno rahisi
Inaandika maelezo mafupi…
Imeandikwa na AI wa nyumbani kutokana na kipengele kilicho hapa chini, kwa lugha yako. Chanzo ni kipengele chenyewe.
ξεχωρίζω
Limetoka wapi
ξεχωρίζω < μεσαιωνική ελληνική από τον αόριστο ἐξεχώρισα < (ελληνιστική κοινή) ἐκχωρίζω
kitenzi ξεχωρίζω · ξεχώριζα · θα ξεχωρίζω · να ξεχωρίζω · ξεχωρίζοντας
- χωρίζω κατά κατηγορίες ομάδες αντικειμένων ή ανθρώπων Ξεχώρισε αν μπορείς τα πουκάμισα απ' το βουνό με τα στεγνωμένα, γιατί θέλω να τα σιδερώσω πρώτα
- είμαι διαφορετικός, συνήθως καλύτερος σε κάτι, και με διακρίνουν εύκολα μέσα σε ένα πλήθος, διακρίνομαι σε ένα τομέα, αποσπώμαι από την οικονομική και κοινωνική τάξη στην οποία γεννήθηκα Είναι ψηλός και ξεχωρίζει αμέσως ακόμα και στην παρέλαση
- διακρίνω ή ακούω με δυσκολία κάτι, δύσκολα εντοπίζω διαφορές Ίσα που ξεχώριζε η κάπνα απ' το φουγάρο του πλοίου που ανοιγόταν
- μεροληπτώ, ευνοώ Γιατί ξεχωρίζεις τα παιδιά σου και κάνεις συνέχεια τα χατήρια της κόρης σου;
Kwa Kiingereza
- distinguish to see someone or something as different from others
- stick out like a sore thumb to be very noticeably out of place
Zungumza kuhusu neno hili "ξεχωρίζω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BE%CE%B5%CF%87%CF%89%CF%81%CE%AF%CE%B6%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026. ξεχωρίζω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BE%CE%B5%CF%87%CF%89%CF%81%CE%AF%CE%B6%CF%89 "ξεχωρίζω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BE%CE%B5%CF%87%CF%89%CF%81%CE%AF%CE%B6%CF%89.Nukuu
@misc{micwyn_2026,
title = {ξεχωρίζω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BE%CE%B5%CF%87%CF%89%CF%81%CE%AF%CE%B6%CF%89},
urldate = {2026-11-07}
}